ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Απολαυστική, αινιγματική ποίηση»

apolaystiki-ainigmatiki-poiisi-2164582

Κέρματα, μπατονέτες, σόλες παπουτσιών, αυγά, αλυσίδες ποδηλάτων και δέρματα φιδιών: κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί πως τα γλυπτά της Helen Marten αποτελούνται από «συμβατικά» υλικά. Ωστόσο, οι συνθέσεις ετερόκλητων αντικειμένων, που περιεργάζονται απορημένοι οι επισκέπτες της Tate Gallery από τα τέλη Σεπτεμβρίου, κατάφεραν να εντυπωσιάσουν την κριτική επιτροπή του βρετανικού βραβείου Turner.

Το βράδυ της Δευτέρας, η σημαντική διάκριση απονεμήθηκε στην 31χρονη Αγγλίδα εικαστικό, η οποία πριν από λίγες εβδομάδες είχε παραλάβει το βραβείο γλυπτικής Hepworth. Η Marten είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της να μοιραστεί το χρηματικό έπαθλο Turner (αξίας 25 χιλιάδων λιρών) με τους υπόλοιπους υποψήφιους καλλιτέχνες, ακριβώς όπως έκανε με τις 30 χιλιάδες λίρες του Hepworth. «Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να δώσω πολιτική διάσταση στην πράξη μου», δήλωσε. «Μπορώ να το κάνω σιωπηλά».

Η νεότερη μεταξύ των τεσσάρων υποψηφίων του Turner, τα έργα των οποίων εκτίθενται στην Tate Britain έως τις 2 Ιανουαρίου, καλλιτέχνις παρέλαβε το βραβείο της από τον ποιητή Ben Okri. Μιλώντας στα ΜΜΕ αμέσως μετά την τελετή, αναγνώρισε ότι, αν και συνήθως αποφεύγει τη δημοσιότητα, το γεγονός ότι η δουλειά της εκτίθεται πλέον στο ευρύ κοινό στάθηκε αφορμή για να αναρωτηθεί εάν ο κόσμος της τέχνης τείνει να αποκλείει τους «αμύητους». «Το να παρατηρείς τις αντιδράσεις του κοινού είναι μια εποικοδομητική εμπειρία», ανέφερε. «Σε κάνει να σκεφτείς ότι ίσως η δουλειά μου δεν είναι παγκόσμια, ίσως τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι δεν είναι άμεσα κατανοητά από όλους». Σύμφωνα με τον επικεφαλής της κριτικής επιτροπής και διευθυντή της Tate Britain, Alex Farquharson, η Marten χρησιμοποιεί τα αντικείμενα, τις φόρμες και τις εικόνες όπως ένας ποιητής χρησιμοποιεί τη γλώσσα. «Η δουλειά της είναι σαν να διαβάζεις πολύ πλούσια, πολύ απολαυστική, πολύ ασαφής και αρκετά αινιγματική ποίηση», τόνισε.

Γεννημένη το 1985 στο Macclesfield της βορειοδυτικής Αγγλίας, η Helen Marten σπούδασε στο Central Saint Martins και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ πραγματοποίησε τις πρώτες ατομικές εκθέσεις της το 2010. Συνδυάζει την τέχνη της γλυπτικής με την ψηφιακή εκτύπωση και τον γραπτό λόγο, δημιουργώντας εγκαταστάσεις με αναφορές στη σύγχρονη εποχή και στην Ιστορία. Προσκαλεί τους επισκέπτες να ερμηνεύσουν τα «κολάζ», που παρουσιάζει στην έκθεση του Turner Prize, ως «αρχαιολόγοι των καιρών μας», προσεγγίζοντας αντικείμενα καθημερινής χρήσης σαν να τα βλέπουν για πρώτη φορά.

Λίγο πριν από την ανακοίνωση του φετινού νικητή, η συζήτηση για το Turner είχε διχάσει ακόμη και το… Κόμμα των Συντηρητικών: Γράφοντας στο Twitter, o πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Michael Gove υποστήριξε ότι το βραβείο πλέον σχετίζεται ελάχιστα με την ιδιοφυΐα του ίδιου του Turner, αλλά αντίθετα βραβεύει «την ασχήμια, τον μηδενισμό και τον ναρκισισμό – την τραγική κενότητα του τώρα». Από την πλευρά του, ο τέως υπουργός Πολιτισμού Ed Vaizey εξέφρασε την άποψη πως οι βραβευθέντες είναι πάντοτε «λαμπροί σύγχρονοι καλλιτέχνες». Σύμφωνα, πάντως, με τον κριτικό τέχνης του Guardian, Adrian Searle, η Helen Marten «σκέφτεται διαφορετικά από εμάς τους υπόλοιπους».

Το φημισμένο Turner Prize, που απονέμεται κάθε χρόνο από το 1984 σε έναν Βρετανό εικαστικό κάτω των 50 ετών, ανέκαθεν υπήρξε αφορμή για διαφωνίες. Το 1986, η επιλογή των Gilbert and George προκάλεσε την αντίδραση εκείνων που πίστευαν πως έπρεπε να βραβεύονται μόνο ζωγραφικά έργα (και οπωσδήποτε όχι τα αμφιλεγόμενα «γλυπτά» του διάσημου διδύμου). Εξι χρόνια αργότερα, αρκετοί ενοχλήθηκαν από τον καρχαρία σε φορμόλη, που «τόλμησε» να εγκαταστήσει στην Tate ο Ντέμιεν Χιρστ. Ο καλλιτέχνης δεν κέρδισε, τελικά, το βραβείο εκείνης της χρονιάς, βραβεύτηκε όμως τρία χρόνια αργότερα για το έργο «His Mother and Child Divided», αποτελούμενο από τμήματα μιας αγελάδας κι ενός μοσχαριού σε φορμόλη. Το 1997, η Tracey Emin (που δεν ήταν μεταξύ των υποψηφίων) εμφανίστηκε μεθυσμένη στη ζωντανή τηλεοπτική συζήτηση αμέσως μετά την τελετή απονομής. Λίγο αργότερα αναχώρησε επεισοδιακά, λέγοντας ότι ήθελε «να είναι ελεύθερη». Δύο χρόνια αργότερα, 140.000 επισκέπτες έσπευσαν να περιεργαστούν από κοντά το κρεβάτι της στην αίθουσα της Tate, μολονότι η εγκατάσταση «My Bed» τελικά δεν επιλέχθηκε από την κριτική επιτροπή.