ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Γυναίκες, σαν ροκ Μαντόνες

gynaikes-san-rok-mantones-2166063

Σαν τεράστια τοπία, με οροσειρές, κοιλάδες, λίμνες, σπηλιές και λόφους, τα πρόσωπα των γυναικών του Σάββα Γεωργιάδη κυκλώνουν τον θεατή. Από κοντά, τα πρόσωπα είναι κόσμοι ολόκληροι, από απόσταση πλημμυρίζουν τις αισθήσεις, με το βλέμμα και τα χείλη. Οι «Γυναίκες» του Σάββα Γεωργιάδη είναι ένα εικαστικό περιβάλλον υποβλητικό όπου κυριαρχούν κατά κανόνα υπερμεγέθεις θηλυκές κεφαλές, χείμαρροι μαλλιών και υγρά βλέμματα. Τα χείλη γίνονται προορισμός και αφετηρίες. Αλλά αυτό που προκύπτει αρχικά ως θρίαμβος της προσωπογραφίας τείνει να εξελίσσεται ως μια περισσότερο σύνθετη προσέγγιση σε αυτό που μένει ανείπωτο.

Η έκθεση του Σάββα Γεωργιάδη στην Evripides Art Gallery μοιάζει για τον ίδιο ένα σημείο καμπής. «Η ενότητα αυτή προέκυψε εξελικτικά», λέει, «καθώς μεγάλα κεφάλια άρχισα να δημιουργώ ήδη από το 2002, αλλά πάντοτε αποσπασματικά. Ισως να επέδρασε η μετοίκησή μου από τη Λεμεσό στην Αθήνα και η ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης. Οσο πιο μοναχική ήταν ολόγυρα η ζωή τόσο πιο μεγάλη ήταν η ανάγκη να φέρω τα πρόσωπα πιο κοντά».

Τα πρόσωπα, σαν ροκ Μαντόνες, μοιραία cameo, ποπ είδωλα, σε βαθμίδες και αποχρώσεις ηλικίας, ερωτισμού, διάθεσης και οικειότητας, διεκδικούν την προσοχή του θεατή, τον εγκλωβίζουν, επιζητούν αντίδραση. «Κατακλύζουν τον καμβά», όπως γράφει στον κατάλογο η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «απειλώντας να διαρρήξουν τα όριά του, σαν να αγωνίζονται απεγνωσμένα να αποδράσουν από τη ζωγραφική επιφάνεια ακυρώνοντας έτσι τη μοναξιά τους». Δύο χρόνια μετά την τελευταία ατομική έκθεσή του (στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών), ο έλεγχος του Σάββα Γεωργιάδη πάνω στο υλικό του αποκαλύπτει βάθος και αυτοπεποίθηση. «Είναι πολλές οι εκδοχές της γυναίκας, δεν έχω ζωγραφίσει ένα πρότυπο. Εχω κάνει 17 Λουκίες και κάθε μία είναι διαφορετική. Είναι κάτι πιο περίπλοκο από το προφανές».

Αναπόφευκτα υπάρχει η αίσθηση της αφής, καθώς τα χείλη, σαν ματωμένα, οργανώνουν σχισμές, σπήλαια και υγρές δίνες. Ορισμένα έργα εκπέμπουν το χρώμα σαν λάμψη. Μονόχρωμο φόντο στο γνώριμο γαλάζιο του Σάββα Γεωργιάδη, συνυπάρχει σε άλλα έργα με το αποχρωματισμένο φαιορόδινο πελιδνών μορφών. Ωστόσο, αυτό που μένει είναι οι παρειές των γυναικών σαν τοπία αναρρίχησης και οροπέδια έκστασης. Υπάρχει διάχυτη η αίσθηση μιας εκδοχής του ιερού. Ο Σ. Γεωργιάδης αφήνει να συμπλεύσει η σάρκα και το πνεύμα «καθώς σχεδιάζει για τις δικές του γυναίκες», όπως γράφει η Ιρις Κρητικού, «έναν άχραντο αρχετυπικό χώρο, κατοικημένο από τις ίδιες με τον τρόπο που ένα εκκλησιαστικό τέμπλο κατοικείται από τις ιερές εικόνες του».

«Είχα εκπλαγεί όταν είχα δει την ταινία του Καρλ Ντράγερ “Το Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ”, ταινία του 1928», λέει ο Σάββας Γεωργιάδης. «Με είχε προτρέψει να τη δω ο φίλος ζωγράφος Τάσος Μισούρας. Το 70% των πλάνων είναι κοντινά, η κάμερα ακολουθεί το πρόσωπο». Η κινηματογραφική Ιωάννα της Λωρραίνης, ως πρότυπο ενός εξπρεσιονιστικού μοντερνισμού, υπήρχε ως μήτρα στη σκέψη του Σάββα Γεωργιάδη πριν δει καν την ταινία. Η μεγέθυνση, συχνά η παραμόρφωση, η ψευδαισθητική κλίμακα οδηγούν σε μια παράδοξη εμπειρία.

«Επιμένω στο μυστήριο της γυναίκας», λέει. «Είναι σπουδαία η αίσθηση να ζωγραφίζω ένα μεγάλο κεφάλι και εγώ να είμαι η μικρογραφία. Η αίσθηση να βλέπεις από κοντά το πρόσωπο να χτίζεται σαν να είναι ένα τοπίο». Τα «Μπλε μαλλιά» σαν γυναίκα του Κλιμτ, παίζουν ένα «παιχνίδι υπερβολής», όπως και τα μεγάλα γυαλιά, τα κόκκινα μαλλιά, τα βουρκωμένα μάτια, τα φιλημένα χείλη. «Το πιο απλό μπορεί να γίνει το πλέον περίπλοκο».

​​ «Γυναίκες», έκθεση του Σάββα Γεωργιάδη. Evripides Art Gallery, Σκουφά και Ηρακλείτου. Eως 7 Ιανουαρίου.