ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Χρ. Μποκόρος: «Αποτυπώνω πράγματα μόνο δικά μου»

chr-mpokoros-apotypono-pragmata-mono-dika-moy-2166941

Η δουλειά του Χρήστου Μποκόρου πάντα μου άρεσε πολύ. Δεν είναι μόνον οι εικόνες που με συγκινούν, αλλά και η διαυγής σκέψη που καθοδηγεί το χέρι του στον καμβά, τα λόγια με τα οποία περιγράφει τις προθέσεις του. Τον συνάντησα στο στήσιμο της έκθεσής του με 150 έργα στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς, η οποία εγκαινιάζεται απόψε. Μπροστά μας ήταν όλη του η πορεία από τα πρώτα έργα μέχρι τα μισοτελειωμένα πρόσφατα που επέλεξε να τα παρουσιάσει και αυτά. Πάτησα το «on» στο μαγνητόφωνο και τον άφησα να μιλάει για τη ζωή του χωρίς να τον διακόπτω.

«Γεννήθηκα στο Αγρίνιο και έμεινα εκεί μέχρι τα 19 μου χρόνια μέχρι που μπήκα στη Νομική στην Αθήνα. Μεγάλωσα στα καπνοχώρια, στα λιβάδια και στα ρέματα. Θυμάμαι να ανοίγει η πόρτα από το αχούρι και να με πνίγει η μυρωδιά από τα κομμένα χορτάρια, το μοσχοσίταρο και τους σκουριασμένους τενεκέδες και τα κουδούνια από τα ζώα του παππού που ανέδιδαν υγρασία. Αυτά θεώρησα ότι ήταν τα καταδικά μου στοιχεία, τα πιο οικεία που μπορούσα να χρησιμοποιήσω στη ζωγραφική μου. Στα παιδικά μου χρόνια όλα γύρω μου ήταν από ξύλο και πέτρα και αυτός είναι και ο λόγος που μ’ αρέσει να ζωγραφίζω πάνω σε παλιές ξύλινες επιφάνειες. Γιατί το υλικό αυτό έχει τα χνάρια των ανθρώπων που το χρησιμοποίησαν πριν από μένα, κρατά μέσα του τη ζωή και τη μνήμη».

«Πάντα ζωγράφιζα. Από παιδί. Δεν σταμάτησα. Ομως αποφάσισα να πάω στη Νομική, διότι όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο μόλις είχε έρθει η Μεταπολίτευση και πίστευα πως έπρεπε να μάθω πώς οργανώνεται μια κοινωνία και γίνεται καλύτερη με τον νόμο. Υστερα πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν καταλάβαινα τι έπρεπε να σπουδάσω και λυπόμουν τα καημένα τα μοντέλα που κοψομεσιάζονταν για εμάς τους φοιτητές. Ηθελα να ζωγραφίζω το έξω όχι το μέσα. Χωριάτης ήμουν. Τελικά τα πρώτα ανθρωποκεντρικά έργα που βρίσκονται και εδώ στην έκθεση δεν ήταν τα μοντέλα της ΑΣΚΤ αλλά μια φίλη μου που είχε αποκοιμηθεί ένα μεσημέρι στο σπίτι και την σχεδίασα».

«Για μένα η ζωγραφική είναι μια άσκηση ανόρθωσης. Τι θα μου προσφέρει η προσπάθεια για ένα έργο; Πώς θα γίνω καλύτερος; Πώς θα αποστάξω μέσα μου αυτήν την πρόοδο; Το ζητούμενο είναι η ανάσταση, να σηκώσουμε δηλαδή το δικό μας ανάστημα κατά τη διάρκεια του βίου μας, να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να ανακτήσουμε το υψηλό».

«Τα κεριά και οι φλόγες που ζωγραφίζω συχνά δεν είναι μια αυτονόητη παραπομπή σε θέματα καθαρά χριστιανικά. Σίγουρα όμως αναζητώ το φως. Ηθελα να ξαναβρώ το νόημα της περιφρονημένης βυζαντινής τέχνης. Σαν αντίβαρο. Είμαστε δυτικοί άνθρωποι, εγώ είμαι έμφορτος δυτικού πολιτισμού, αυτά που διάβαζα τι ήταν άλλωστε; Ακόμα και η μεγάλη ρωσική λογοτεχνία ή τα αριστερά διδάγματα που μου έλεγε ο πατέρας μου, που ως νεαρός ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ».

«Οσο έβλεπα τη μεγάλη ζωγραφική στα ευρωπαϊκά μουσεία, αισθανόμουν ότι είναι ξένη και εγώ είμαι ανάξιος να ζωγραφίσω έτσι. Αποφάσισα από νωρίς να αποτυπώνω με τον χρωστήρα πράγματα που νιώθω μόνον δικά μου όπως έλεγα πριν. Χαίρομαι που βλέπω τους φύλακες και τις καθαρίστριες του μουσείου να χαζεύουν τα έργα μου και να τους αρέσουν. Πιστεύω ότι ανήκω σε μια κοινότητα ανθρώπων και αυτούς αφορά η ζωγραφική μου. Αλλωστε η τέχνη είναι “απευθυντέα”, δεν μπορεί να ξεκινά και να τελειώνει στον καλλιτέχνη παρά να απλώνεται παντού. Αυτή η επικοινωνία μέσα από τη ζωγραφική είναι το μόνο που με απασχολεί. Η οδός επικοινωνίας υπάρχει σε όλους μας. Το θέμα είναι: αφηνόμαστε στα ερεθίσματα της οπτικής μας αντίληψης ή εστιάζουμε μόνο στην οθόνη του κινητού;».

​​«Οψεις Αδήλων», Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς, ώς τις 26 Φεβρουαρίου.