ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μια σπάνια φιλία 50 ετών, με φόντο τις ομορφιές της Ελλάδας

mia-spania-filia-50-eton-me-fonto-tis-omorfies-tis-elladas-2176137

Αθήνα, Υδρα, Κρήτη, Καρδαμύλη, Κέρκυρα. Αν συνδέσει κανείς αυτούς τους τόπους με μια αόρατη κλωστή, θα ανακαλύψει μια σπάνιας πίστης φιλία τριών ανδρών που κράτησε πάνω από 50 χρόνια, με φόντο τα ωραιότερα μέρη της χώρας μας. Σαν να ήταν πρωταγωνιστές σε μυθιστόρημα, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο λογοτέχνης Σερ Πάτρικ Λι Φέρμορ –Πάντι για τους φίλους του– και ο ζωγράφος Τζον Κράξτον έζησαν συναρπαστικούς βίους που αλληλοδιαπλέχθηκαν στην ανέγγιχτη ακόμα ελληνική ύπαιθρο. Οι συζητήσεις, η αλληλογραφία τους, οι κοινές πνευματικές ανησυχίες είχαν ως καρπό βιβλία και ζωγραφικά έργα, αδιάψευστους μάρτυρες μιας ολόκληρης εποχής που μοιάζει πια χαμένη στον μύθο και το όνειρο.

Σε αυτή τη σπουδαία τριάδα είναι αφιερωμένη η έκθεση «Γκίκας, Craxton, Leigh Fermor», η οποία εγκαινιάζεται στις 24 Φεβρουαρίου στη Λεβέντειο Πινακοθήκη της Λευκωσίας αλλά θα ταξιδέψει στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα τον Ιούνιο, καθώς και στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου το 1918. Είχε μεν προηγηθεί μια έκθεση- αφιέρωμα στην αξιομνημόνευτη αυτή φιλία το 2014 στην Πινακοθήκη Γκίκα της Κριεζώτου, όμως τώρα το υλικό συμπληρώνεται από περισσότερα έργα, φωτογραφίες, κείμενα και ντοκουμέντα που επιτρέπουν την ανασύνθεση μιας ατμόσφαιρας, μας λέει η Εβίτα Αράπογλου, μια εκ των τεσσάρων επιμελητών που μίλησε στην «Κ» από τη Λευκωσία. Μαζί με την ιστορικό τέχνης, συγγραφέα και επιμελήτρια της Ελληνικής Συλλογής της Λεβεντείου Πινακοθήκης εργάστηκαν μεθοδικά ο Ιαν Κόλινς, συγγραφέας και βιογράφος του Τζον Κράξτον, ο Σερ Μάικλ Λουέλιν Σμιθ, συγγραφέας, ιστορικός και π. πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα και η Ιωάννα Μωραΐτη, επικεφαλής Αρχείου Πινακοθήκης Γκίκα στο Μουσείο Μπενάκη. «Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια πολλών ετών που έγινε με μεράκι και πολλή αγάπη», συμπληρώνει η Εβίτα Αράπογλου.

Ο Γκίκας γνώρισε τον Κράξτον και τον Λι Φέρμορ στο Λονδίνο το 1945, ενώ αργότερα οι δύο τελευταίοι συναντήθηκαν στην Αθήνα. Η φιλία ανάμεσα στους τρεις άνδρες αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική και αναπτύχθηκε στα μέρη της Ελλάδας όπου επέλεξαν να ζήσουν. Αρχικά ήταν η Υδρα, όπου ήταν το σπίτι των παιδικών χρόνων του Γκίκα και αργότερα το καταφύγιό του, ο τόπος έμπνευσής του. Στο φιλόξενο αρχοντικό, που κάηκε ολοσχερώς το 1961, έγραψε τη «Μάνη» μέσα σε μία διετία ο Λι Φέρμορ, αλλά πέρασε καιρό και ο Κράξτον, λίγο πριν ανακαλύψει τον δικό του παράδεισο στην Κρήτη. Πολλοί από τους πιο γνωστούς πίνακές του, με χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες, σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και τοπία της κρητικής γης, δημιουργήθηκαν στα Χανιά, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα.

Ο Πάντι αποφάσισε να χτίσει το δικό του ησυχαστήριο στην Καρδαμύλη, το οποίο σήμερα ανήκει στο Μουσείο Μπενάκη. «Επιτέλους μπορούσα να βηματίζω ανάμεσα στα ελαιόδεντρα επί ώρες, σχηματίζοντας φράσεις και διαλύοντάς τες σε κομματάκια ξανά», έλεγε μαγεμένος για την Πελοπόννησο.

Το ζεύγος Γκίκα μετά την καταστροφή του σπιτιού στην Υδρα έφτιαξε νέο σπίτι στην Κέρκυρα. Ενα παλιό ελαιοτριβείο στις Σινιές αποτέλεσε τον νέο τόπο συνάντησης και δημιουργίας, μιας παρέας που διήρκεσε 50 ολόκληρα χρόνια.