ΒΙΒΛΙΟ

Η Ελλάδα των συγγραφέων

0601papaspirou

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Χωρίς μαγνητόφωνο
εκδ. Πόλις, σελ. 424

​​​​Συμβαίνει να θεωρώ την πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που συνηθίσαμε να βλέπουμε ή ν’ ακούμε», λέει η Ζυράννα Ζατέλη σε μία από τις συνεντεύξεις που αναδημοσιεύονται στον ανά χείρας τόμο.

Οι συνομιλίες της Σταυρούλας Παπασπύρου με τριάντα έναν συγγραφείς αποκαλύπτουν την άπλετη πραγματικότητα της μυθοπλασίας καθώς και τα άπειρα βλέμματα με τα οποία μπορεί κανείς να την ατενίσει. Οι συνεντεύξεις δεν αναδεικνύουν μόνο την ιδιοπροσωπία των λογοτεχνών, αλλά και την προσωπική οπτική τους πάνω στην ελληνική κοινωνία, οι ριζικές μεταβολές της οποίας περνούν άλλοτε ευθέως και άλλοτε υπογείως στα έργα τους.

Το βιβλίο συγκροτείται σαν μια πρισματική πινακοθήκη πορτρέτων, ενώ την ίδια στιγμή χαρτογραφεί ένα ιστορικό πανόραμα, όπου παρακολουθούμε την Ελλάδα να περιέρχεται σε μελαγχολία, έχοντας συρθεί στον εμφυλιακό οδυρμό και στον σκοταδισμό της επταετίας, έχοντας ξεσηκωθεί από τη μεταπολιτευτική ευφορία και τον ευδαιμονικό παροξυσμό της δεκαετίας του ’90, έχοντας ξεμυαλιστεί από το θριαμβικό 2004, για να φτάσει γονυπετής στα μνημόνια.

Οι περισσότεροι συγγραφείς υπογραμμίζουν τη σημασία της περισυλλογής και της εγρήγορσης, της ατομικής εντιμότητας, ακόμη και αν δεν προκρίνουν τον πολιτικό χαρακτήρα της γραφής τους. Η Καρυστιάνη, λόγου χάριν, αναρωτιέται μήπως αγαπά την Ελλάδα που υπάρχει μόνο στο μυαλό της. Στην πεζογραφία της δεν πολιτεύεται.

Ανιχνεύει την «έσω φωνή» των ηρώων, «αυτή με την οποία ψελλίζει κανείς στον εαυτό του τους πιο μύχιους φόβους, τις πιο τρελές ελπίδες του, τις πιο βαριές ενοχές». Για τον Θανάση Βαλτινό η λογοτεχνία είναι ένας ιδιωτικός αγώνας, «ν’ απαθανατίσεις τον δικό σου κόσμο, να δεις μπροστά σου μορφοποιημένα όσα σε βασανίζουν».

«Ο καλλιτέχνης δεν κρίνεται μόνο από το έργο του αλλά και από τον βίο και την πολιτεία του», υποστηρίζει η Μάρω Δούκα, η οποία κατοπτεύει οξυδερκώς, πάντοτε από την αριστερή όχθη, τις μεταλλάξεις του πολιτικού τοπίου. Τα πολυφωνικά, πληθωρικά μυθιστορήματά της αναζητούν «γέφυρες ανάμεσα στο δύσθυμο σήμερα και στο αιματοκυλισμένο χθες». Πιο εσωστρεφής η Ζατέλη, ιχνηλατεί μια μυθική τοπιογραφία μέσα από τις φρεναπάτες και τις ονειροφαντασίες των ηρώων της. Ο πόνος τους την οδηγεί στον βαθύ εαυτό τους, διότι «ο πόνος ανακινεί τα σώψυχα κι αυτός ακονίζει την πένα». Κινούμενη και εκείνη στα σκοτάδια του ψυχισμού, η Καρυστιάνη ομολογεί ότι πιστεύει στη λογοτεχνία «που ενδιαφέρεται για ό,τι διώκεται: τον πόνο, την ήττα, τη θλίψη, την αδυναμία». Η Γαλανάκη, από την πλευρά της, έχει ως άξονα της λογοτεχνίας της την πεποίθηση ότι «μια πατρίδα έχει πάντα ανάγκη το παρελθόν της». Η περιφανής πολιτική της συνείδηση συνυφαίνεται με το άσβεστο ενδιαφέρον για το ατομικό πάθος, για το δράμα της αποτυχίας. «Μέσα από τη δραματικότητα προσώπων και καταστάσεων, αυτό εξερευνώ: την ήττα». Η ήττα τούς κάνει πιο ανθρώπινους, σκέφτεται ο Κουμανταρέας για τους ήρωές του.

Τα κείμενα της Παπασπύρου διασώζουν τη φωνή των συγγραφέων και μαζί την ηχητική του καιρού τους, ενώ επίσης φανερώνουν την αναγνωστική της ματιά. Αν και φροντίζει να διατυπώνει διακριτικά τις επισημάνσεις της, είναι πρόδηλη η μελέτη που έχει αφιερώσει στον κάθε έναν από τους συνομιλητές της.

Τα προεισαγωγικά σχόλια των συνεντεύξεων, όπως και οι ερωτήσεις, μαρτυρούν την προσήλωση και τη διεισδυτικότητα των αναγνώσεών της.

«Ολοι οι συγγραφείς είμαστε μελλοθάνατοι μ’ αναστολή», λέει ο Κουμανταρέας. Ο αναγνώστης του μέλλοντος θα κρίνει ποιος απ’ όλους αξίζει τη διαιώνιση του λογοτεχνικού του βίου. Προς το παρόν, η Παπασπύρου μεριμνά έτσι ώστε και οι τριάντα ένας να διασφαλίσουν παράταση της αναστολής.