ΒΙΒΛΙΟ

Γιούστος Γλυκός, πένθος θανάτου

gioystos-glykos-penthos-thanatoy-2302598

Κάθε φορά που δίνεται η εκδοτική ευκαιρία να διαβάσουμε ένα παλαιότερο κείμενο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, χαίρομαι χαρά μεγάλη, και ας μην πρόκειται για αριστούργημα. Δεν συμβαίνει συχνά, γιατί οι εκδότες δεν δείχνουν, δικαιολογημένα, ενδιαφέρον για αυτά τα κείμενα, που εκδίδονται κατά κανόνα από Ιδρύματα, με αποτέλεσμα την ελλιπή προβολή και διάθεσή τους. Οι φιλόλογοι πάντως εξακολουθούν, αν και όλο και λιγότερο, να ενδιαφέρονται για παλαιότερες περιόδους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αντίθετα από τους συναδέλφους τους ιστορικούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων στρέφονται κυρίως στη δεκαετία 1940-1950. Τώρα τελευταία, μάλιστα, ακολουθώντας διεθνή –διάβαζε: αμερικανική– ακαδημαϊκή τάση, προεκτείνουν το ενδιαφέρον τους προς όλο και πιο πρόσφατα χρόνια – κάτι δηλαδή μεταξύ ιστοριογραφίας και δημοσιογραφίας. Η αφορμή για τούτο το σημείωμα είναι η πρόσφατη έκδοση του ποιήματος του Γιούστου Γλυκού (ή Γλυκύ), «Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς Θεόν επιστροφή», επιμ. Cristiano Luciani (με τη συνεργασία των Γ. Κεχαγιόγλου και της Α. Λούδη), Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2018. Το βιβλίο είναι το δωδέκατο της σειράς «Παλαιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», υπό την εποπτεία του Γιώργου Κεχαγιόγλου, η οποία αποσκοπεί στη γνωριμία του μορφωμένου, αλλά όχι ειδικού, αναγνώστη με τα κείμενα αυτά, εξ ου και κάθε έκδοση συνοδεύεται από κατατοπιστική εισαγωγή, πλούσιο επίμετρο με ομόθεμα ή παράλληλα κείμενα και, κυρίως, μετάφραση του έργου στην σημερινή ομιλουμένη.

Ο Γιούστος Γλυκός, από την Κορώνη της Μεσσηνίας, πέθανε το 1522, σε προχωρημένη μάλλον ηλικία, δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση του ποιήματος (1520) και άλλα δύο πριν από την πρώτη έντυπη έκδοσή του (Βενετία, 1524), η οποία ακόμη λανθάνει. Η πρώτη σωζόμενη έντυπη έκδοση είναι του 1528, και θα πραγματοποιηθούν άλλες τρεις μέχρι το 1600. Το ποίημα, 616 ιαμβικοί, δεκαπεντασύλλαβοι, ομοιοκατάληκτοι στίχοι, ανήκει στην ευρεία κατηγορία των memento mori (θυμήσου ότι θα πεθάνεις). Εν προκειμένω, το κρίσιμο δεν είναι το άφευκτο του θανάτου, αλλά το αν υπάρχει Κρίση και ανάσταση νεκρών, διότι, αν δεν υπάρχει, τότε η μόνη λογική στάση είναι το carpe diem, η απόλαυση της κάθε στιγμής. Αυτό ακριβώς πιστεύει και η Βίβλος: «ει νεκροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», γράφει ο απόστολος Παύλος (1 Κορ. 15:32), με τα λόγια του Ησαΐα (22:13). Ο Γιούστος Γλυκός πιστεύει στην Κρίση, στον Παράδεισο και στην Κόλαση, και γράφει το ηθικοδιδακτικό ποίημά του για να προτρέψει τους αναγνώστες του να μετανοήσουν, να επιστρέψουν στον Θεό, να ζήσουν ενάρετα, σύμφωνα με όσα ορίζει η Εκκλησία. 

Στο ποίημα παρελαύνουν όλα τα μοτίβα που βρίσκουμε στα έργα της κατηγορίας αυτής (το άστατο της τύχης, η ματαιότητα της δόξας και του πλούτου, ο ανάλγητος, δρεπανηφόρος Χάρος), με κυρίαρχο –35 φορές μετράει ο επιμελητής, σ. 34– το ubi sunt? (:πού είναι;). Το μοτίβο, οικείο σε εμάς και από τη νεκρώσιμη ακολουθία («Πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια; […] Πού έστι των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος;»), είναι πασίγνωστο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Μια τελευταία νεοελληνική χρήση του στο θαυμάσιο ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου «Πού είναι τα πουλιά;». Ολα αυτά τα έργα αποτελούν μια παιδαγωγία στην ενάρετη ζωή διά της προβολής της ματαιότητας του κόσμου και κυρίως μέσω μιας ποιμαντικής του φόβου, του φόβου της αιώνιας Κόλασης, που κυριάρχησε στον χριστιανικό κόσμο μέχρι και τον 19ο αιώνα. Ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός Ζαν Ντελιμό έχει δείξει αναλυτικά, σε δύο σπουδαία έργα («La Peur en Occident, XIVe – XVIIIe siècles», 1978, «Le Péché et la peur. La culpabilisation en Occident, XIIIe – XVIIIe siècles», 1983), ότι ο φόβος δεν είναι τόσο υπόθεση του Μεσαίωνα, όπως βιαστικά λέμε, αλλά κυρίως της Αναγέννησης και των κατοπινών αιώνων. Η Ελλάδα, ειδικά στις θρησκευτικά συγκρητιστικές βενετοκρατούμενες περιοχές της, αποτελεί μέρος αυτού του κόσμου.

Η χαρά για την έκδοση του «Πένθους θανάτου» θα ήταν μεγαλύτερη, αν ήταν επαρκώς υπομνηματισμένη. Οι βιβλικές και λειτουργικές πηγές του που σημειώνονται στο υποσέλιδο υπόμνημα είναι ελάχιστες. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι αυτό αποτελεί επιλογή του επόπτη της σειράς. Αν σημειώνονταν όλες ή οι περισσότερες από αυτές τις πηγές θα φαινόταν πολύ καθαρά η μεγάλη εξοικείωση του συγγραφέα με τα εκκλησιαστικά κείμενα, γεγονός που θα μας επέτρεπε, επιπλέον, να τον τοποθετήσουμε καλύτερα στο πολιτιστικό και παιδευτικό περιβάλλον όπου ανήκε. Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες παραδείγματα. Θα αρκεστώ σε τρεις στίχους από μια τυχαία σελίδα, στους οποίους υπόκειται το Ψαλτήρι:

«Μηδέν μνησθείς αμαρτιών τών εκ νεότητός μας» (στ. 415) / αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη μνησθής (Ψλ. 24(25):7), «ότι εν ματαιότητι εξέλιπον οι χρόνοι» (στ. 418) / εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι αυτών (Ψλ. 77(78):33), «εν τω καιρώ του γήρους μας μηδέν μας απορρίψεις» (στ. 423) / μη απορρίψης με εις καιρόν γήρως (Ψλ. 70(71) 9). Είναι δυνατόν ο φιλολογικός επιμελητής ενός τέτοιου κειμένου να αγνοεί ακόμη και το Ψαλτήρι; Τα λειτουργικά βιβλία είναι οι πηγές του «Πένθους θανάτου» και όχι ο Ρωμανός ο Μελωδός (βλ. σ. 93), τον οποίο ο Γλυκός κατά πάσαν πιθανότητα αγνοεί. Επιμύθιο: όσοι εκδίδουν τέτοιας λογής κείμενα πρέπει να παίζουν στα δάχτυλα τουλάχιστον τα σταθερώς αναγιγνωσκόμενα ή ψαλλόμενα κείμενα των ακολουθιών και να είναι εν γένει εξοικειωμένοι με τα λειτουργικά βιβλία.