ΒΙΒΛΙΟ

Υπαρξιακή αναθεώρηση

yparxiaki-anatheorisi-2302603

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ
Η θεραπεία των αναμνήσεων
εκδ. Πόλις, σελ. 300

 
Δύσκολη υπόθεση το γέλιο. Ακόμη και αν είσαι παλαίμαχος της σταντ απ κωμωδίας και συγγραφέας διαπρεπής στην κωμική γραφή. Πόσο μάλλον όταν είσαι καθ’ έξιν μελαγχολικός, όπως ο ήρωας στο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου. Για τον Μιχάλη Μπουζιάνη, έναν δυσλεκτικό, υποχονδριακό μεσήλικα με κρίσεις πανικού, τα πράγματα έχουν πάψει προ πολλού να έχουν πλάκα. Το ναυάγιο της συζυγικής του ζωής ακολούθησε μια παρατεταμένη συγγραφική δυστοκία, ενώ τη στιγμή που νόμισε πως ανένηψε κατέρρευσε ενώπιον του αναγνωστικού του κοινού. Θεραπευτικές περισπάσεις από τις δυστυχίες του αποτελούσαν ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής και ο ερωτικός δεσμός με μια μαθήτριά του, μέχρι που ο πατέρας του, με τον οποίο ήταν αποξενωμένοι, άρχισε να πεθαίνει.

Το μυθιστόρημα είναι αμερικανικό. Ο ήρωας ζει στις παρυφές της Νέας Υόρκης, ενώ η παιδική και η εφηβική του ηλικία μοιράστηκαν ανάμεσα στις κοινότητες Ελλήνων και Ιρλανδών προκειμένου να τιμηθεί η καταγωγή των δύο γονιών. Το ζήτημα της καταγωγής αποκαλύπτει την κρισιμότητά του μόνον όταν ο γιος επισκέπτεται τον ετοιμοθάνατο πατέρα και ιδίως μετά τον θάνατό του, όταν ο γιος έρχεται αντιμέτωπος με έναν γρίφο, με έναν άγνωστο άνδρα, ο οποίος μοιάζει ξεκαρδισμένος με τη φάρσα που έστησε από το υπερπέραν στον απολωλότα απόγονο.

Η ετεροχρονισμένη συνάντηση γιου και πατέρα μετατρέπεται σε υπαρξιακή αγωνία, η οποία αναμοχλεύει τα άγχη του νεότερου, τη δυσλεξία, τον φόβο του τέλους, το μασκάρεμα της θλίψης με παραπετάσματα ιλαρότητας. Το χιούμορ, σκέφτεται ο ήρωας, είναι ένα είδος ξεσπάσματος, «συνδέεται με το άνοιγμα του εαυτού μας». Είτε στεκόταν στη σκηνή λέγοντας αστεία είτε διακωμωδούσε λογοτεχνικούς χαρακτήρες, αφηνόταν σε ένα λυτρωτικό ψυχικό ξεγύμνωμα. Οταν, όμως, οι ιδιωτικές του καταστροφές τον αφαίμαξαν ψυχικά, τίποτα πια δεν ήταν αστείο. Παρ’ όλα αυτά, λαχταρούσε να ξεσπάσει «σ’ ένα ασταμάτητο καρναβαλικό γέλιο που θα ξόρκιζε το κακό». Ηλπιζε να ξεχάσει πως το κωμικό του ταλέντο πήγαζε από μια βαθιά μελαγχολία και να παραδοθεί σε ένα «γάργαρο ξεκάρδισμα» που θα σάρωνε κάθε συμφορά. 

Ο ήρωας του Αστερίου δεν πάσχει παρά διανοητικά στο μέτρο που συγκροτείται σαν νοητική κατασκευή, σαν οντότητα λόγων και σκέψεων. Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει στη φιλοσοφική άσκηση της αναπόλησης ως μέσου αντίστασης στις δυστυχίες του παρόντος και στην απειλή της ανυπαρξίας. Η κωμική διάσταση της δυστυχίας, οι ανατρεπτικές ενορμήσεις της στενοχώριας, ο μόχθος της ανάρρωσης, το ψυχικό ξεγύμνωμα, το τραύμα του απόντος πατέρα, όλα διηθούνται μέσα από έναν λόγο που ουδέποτε παραφέρεται. Για να δούμε τον ήρωα να καταρρέει ψυχικά, να τρέμει στην προοπτική του τέλους, να λιγώνει από έρωτα, να απολαμβάνει την αναγνώριση του αμερικανικού αναγνωστικού κοινού, πρέπει να εμπιστευθούμε τις λέξεις του Αστερίου, ο οποίος καταγράφει σχολαστικά, αλλά με υπερβολική, ακαδημαϊκή, αυτοσυγκράτηση τις θυμικές του παλινδρομήσεις. Ενας χαρακτήρας κατεξοχήν «ροθικός» παγιδεύεται στη συστολή ενός διστακτικού συγγραφέα.

Την προσοχή του να αποσοβεί ή και να αποσιωπά τα ξεσπάσματα του ήρωά του, ο Αστερίου την αντισταθμίζει με διαρκείς υφολογικές μεταβολές, που συνιστούν το πιο αξιοπαρατήρητο στοιχείο του βιβλίου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διανθίζεται με δοκιμές απομνημονευμάτων, με εκτενή διαλογικά μέρη, με φαντασιακές συνομιλίες και ονειρικά ανταμώματα, ενόσω η πλοκή συμβάλλει στην ποικιλομορφία με συχνές παρεκτροπές και εκπλήξεις. Οταν ο ήρωας, καταπατώντας το σύνορο θνητών και τεθνεώτων, επικαλείται τον νεκρό του πατέρα, χαρίζει στο μυθιστόρημα τις πιο δυνατές στιγμές του. Τουλάχιστον τα σημεία αυτά, δρασκελισμοί στα άδυτα της σιωπής, δικαιώνουν τη στοχαστική εσωστρέφεια του Αστερίου.