ΒΙΒΛΙΟ

Η ζοφερή κληρονομιά μιας φασιστικής κοσμοαντίληψης

i-zoferi-klironomia-mias-fasistikis-kosmoantilipsis-2307683

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ
Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής
εκδ. Κίχλη, 2018, σελ. 240

Στις «Μαύρες διαθήκες» ο Νικήτας Σινιόσογλου μεταφέρει την αναγνωστική εμπειρία του πάνω σε δύο φιλοσοφικά ημερολόγια: τα «Μαύρα Τετράδια» του Μάρτιν Χάιντεγκερ, και το «Glossarium» του Καρλ Σμιτ. Τα ημερολόγια εξομολογητικής γραφής και αναστοχασμού εμφανίζονται κατά τη μεταβατική περίοδο της Υστερης Αρχαιότητας, μέσα από τις μορφές των Αίλιου Αριστείδη, Αυγουστίνου και Μάρκου Αυρηλίου, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που στράφηκαν στον εσωτερικό εαυτό, δημιουργώντας μια παγκόσμια πνευματική παράδοση. Αντιθέτως, οι αφοριστικές φωνές των ημερολογίων του Σμιτ (νομικού του Γ΄ Ράιχ) και του Χάιντεγκερ (πρύτανη του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ καθ’ όλη τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος), εκπροσωπούν τη ζοφερή κληρονομιά μιας εσωστρεφούς φασιστικής κοσμοαντίληψης, φτάνοντας την ευρωπαϊκή φιλοσοφία σε οριακό αδιέξοδο.

Ο Καρλ Σμιτ (1888-1985) ανακρίθηκε στη Νυρεμβέργη το 1947 προκειμένου να του αποδοθούν ευθύνες για την «ιδεολογική προπαρασκευή επιθετικού πολέμου». Αθωώθηκε, διότι οι ιδέες, από νομική άποψη, δεν αποτελούν έγκλημα. Το 1933 το κράτος δικαίου παραχώρησε τη θέση του στο απολυταρχικό κράτος του Φύρερ και οι ναζί ανέβηκαν στην εξουσία. Ο Σμιτ συμπαρατάχθηκε με το νέο καθεστώς και το 1935 στήριξε θεωρητικά τους διαβόητους φυλετικούς νόμους της Νυρεμβέργης, οι οποίοι στόχευαν στη διαφύλαξη της «καθαρότητας» του γερμανικού αίματος. Γράφοντας στην επίσημη νομική επιθεώρηση για τον «αφομοιωμένο» εσωτερικό εχθρό, τους Εβραίους, υποστήριζε ότι δεν είχαν γερμανικό αίμα και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με έναν Γερμανό πολίτη.

Σύμφωνα με τον Σινιόσογλου, στο «Glossarium» (1947-1958) ο Σμιτ πετυχαίνει να θολώσει τη διαφορά μεταξύ ηττημένου πολιτικά εαυτού και νικητών εχθρών, αναπτύσσοντας στη θέση μιας πολιτικής φιλοσοφίας την «πολιτική θεολογία» του. Στρέφεται ενάντια στον «Λεβιάθαν» του Χομπς, σύμβολο της εκκοσμικευμένης εξουσίας που επιτρέπει στον άνθρωπο να τιθασεύσει τη συγκρουσιακή, εμπόλεμη κατάσταση, εντός της οποίας βρίσκεται διαρκώς από τη φύση του. Ο Σμιτ βλέπει στον «Λεβιάθαν» το διαφωτιστικό εγχείρημα ενός ύπουλου μηχανισμού κυριαρχίας, το εργαλείο μιας παγκοσμιοποιημένης εξουσίας που χρησιμοποιεί την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων ως άλλοθι για την υποταγή των μαζών.

i-zoferi-klironomia-mias-fasistikis-kosmoantilipsis0
 

Στη θέση του «Λεβιάθαν», δηλαδή του κράτους δικαίου, ο Σμιτ τοποθετεί έναν απόλυτο «κυρίαρχο». Τον εμπνέει ο αντιδιαφωτιστής, ρωμαιοκαθολικός απολογητής της απόλυτης κυριαρχίας Ζοζέφ ντε Μεστρ (1753-1821), ο οποίος διατύπωσε ότι τα πρόσωπα και τα πράγματα δεν τα συνέχει η έλλογη σκέψη παρά η βία και ο αγώνας. Ο «φυσικός τρόμος» του Ντε Μεστρ έλκει τον Σμιτ περισσότερο από τον «φυσικό νόμο» του Χομπς, υποστηρίζοντας ότι η φαινομενική ασφάλεια του διαλόγου εκφυλίζει, διότι ουδετεροποιεί και αδρανεί, ενώ ο κίνδυνος εξανθρωπίζει, διότι καλεί σε εγρήγορση. Ο λυκάνθρωπος μπορεί να νιώσει τον δημιουργό του, το ανδρείκελο ποτέ. Η ενστικτώδης βία του λύκου είναι περισσότερο πολιτική απ’ ό,τι η χαύνωση των πολιτών του χάους, του κόσμου δηλαδή της αέναης αφομοίωσης και σχετικοποίησης.

Αχανές μάγμα

Τα «Μαύρα τετράδια» του Χάιντεγκερ εμφανίζουν τον κόσμο που κρημνίζεται στον θόρυβο και την απερήμωση μέσα από έναν πόλεμο υπόγειο που υποτίθεται δεν ξεκίνησε το 1939 και ούτε τέλειωσε το 1945. Πρόκειται για ένα αχανές μάγμα στρυφνών ημερολογιακών σημειώσεων, περίεργων αφορισμών, δυσνόητων σκαριφημάτων στη χαϊντεριανή ιδιόλεκτο (τέσσερις τόμοι «Απάντων», μαζί με τα ανέκδοτα τετράδια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970). Θεωρεί την Ευρώπη αληθινή παρακμή της Δύσης, μια «νεωτερική μορφή της λήθης», επιμένοντας ότι έχουμε αποδεχθεί μια κατακερματισμένη ψευδο-ιστορία, ένα συνονθύλευμα από ιστορήματα, παραπλανητικούς στόχους, εφήμερες ιδέες και τεχνητές αξίες.

Ο Σινιόσογλου, προσκεκλημένος να δώσει μια διάλεξη για τον Χάιντεγκερ στη Σιγκαπούρη, περιδιαβαίνει («φλανάρει») στην πόλη-έμβλημα της νεωτερικότητας. Η Σιγκαπούρη ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1965. Οι σκέψεις του συγγραφέα καταγράφονται ημερολογιακά σε αντιπαράθεση με τη μηδενιστική και σκοταδιστική οπτική των Σμιτ – Χάιντεγκερ. Τι λόγο θα είχαν εκείνοι να ενδιαφερθούν για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους στην άλλη άκρη του κόσμου, ενός πληθυσμού πάντα ρευστού και αεικίνητου, όπως αυτού της νοτιοανατολικής Ασίας; Οι χωστοί ημιώροφοι και τα αλλόκοτα επίπεδα των εμπορικών κέντρων (τερατώδης μετάλλαξη των παριζιάνικων εμπορικών στοών), το γλωσσικό υβρίδιο των σίνγκλις (Singlish), των σιγκαπουριανών αγγλικών χωρίς υποκείμενα και άλλα στοιχεία του λόγου απαραίτητα στα αγγλικά της Εσπερίας, οι κινεζικές διάλεκτοι σε διαθλασμένες παραφθαρμένες μορφές και ένας νέος κόσμος χωρίς ρίζες, στο πολιτισμικά ουδέτερο κράτος της Σιγκαπούρης. Ο Σινιόσογλου γοητεύεται από το «ανθρωπόμαγμα» τόσων εθνοτήτων που αντικρίζει και στοχάζεται: οι Σμιτ – Χάιντεγκερ παραβλέπουν πόσο δύσκολη είναι η αγάπη, όχι του «πλησίον» (ως χριστιανική έννοια) αλλά του «μακράν». Μια ανανταπόδοτη, μονομερής αγάπη που απευθύνεται στον άνθρωπο του μέλλοντος.