ΒΙΒΛΙΟ

Γόνιμη μετοίκηση στα ελληνικά γράμματα

gkkt_10_07042019_cmyk_page_1_image_0002

ΓΙΑΝΝΑ ΜΠΟΥΚΟΒΑ
Drapetomania
εκδ. Μικρή Αρκτος, σελ. 62

Πρόκειται για μοναδική, αν δεν κάνω λάθος, περίπτωση: Η λόγια ποιήτρια Γιάννα Μπούκοβα (Σόφια, 1968), έχοντας ήδη δημοσιευμένο ποιητικό, πεζογραφικό και μεταφραστικό έργο στη μητρική της γλώσσα, τα βουλγαρικά, επιλέγει σταδιακά να μετακινηθεί προς τα ελληνικά με μια ώριμη, συγκροτημένη ποιητική πρόταση. Διστακτικά στη συλλογή «Ο ελάχιστος κήπος» (Ικαρος, 2005) θα συμπεριλάβει, εκτός από μεταφράσεις τριάντα ποιημάτων της στα ελληνικά (μεταφραστής τους είναι ο ποιητής Δημήτρης Αλλος), τρία επιπλέον ποιήματα γραμμένα εξαρχής στα ελληνικά. Στην υπό συζήτηση «Drapetomania», η μετοίκηση προς την ελληνική γλώσσα έχει ολοκληρωθεί. Η Μπούκοβα, η οποία ζει στην Ελλάδα εδώ και 25 χρόνια, συμμετέχει άλλωστε ενεργά και με τη γερή κριτική και μεταφραστική της πένα στο ελληνικό λογοτεχνικό γίγνεσθαι, κυρίως ως μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Φάρμακο».

Στην «Drapetomania» έχουν εγκαταλειφθεί οι μετρημένοι αλλά ευκρινώς λυρικοί τόνοι του βιβλίου «Ο ελάχιστος κήπος». Κυριαρχεί ο κοφτερός νους: μια ευφυΐα ανήσυχη, ειρωνική, αρθρώνεται με ύφος που θέλει να τσούξει, να προκαλέσει αμυχές, χωρίς την αυταπάτη του προφητικού λόγου και τη συνακόλουθη θωπεία του υψηλού. «Σπιρτοκαλλιέργειες του Ντίσελντορφ» τιτλοφορείται το πρώτο ποίημα της συλλογής, και ένα από τα καλύτερά της. Στους τελευταίους στίχους του διαβάζουμε: «Η θέα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή από αεροπλάνο./ Ο ταξιδιώτης βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στη γη και το τίποτα/ περιεργαζόμενος τ’ ατέλειωτα χωράφια/ με το χρώμα της άγουρης φωτιάς/ (το οποίο θα μπορούσε να ’ναι κι οποιοδήποτε χρώμα)/ έχοντας διαρκώς την αίσθηση μιας τόσο επίμονης/ όσο και διδακτικής/ ανησυχίας». Ισως σε μια επίμονη και διδακτική ανησυχία να συνίσταται η ιδιαίτερη ποιότητα των ποιημάτων της Μπούκοβα, σε συνδυασμό με την οξυδέρκεια και την τολμηρή φαντασία της. Αληθινή τύχη για τη γλώσσα μας το ότι τη γονιμοποιεί ένα τέτοιο σλαβικής – κεντροευρωπαϊκής προέλευσης μαύρο χιούμορ, που διατυπώνεται χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, με φυσική και αιχμηρή πνευματική κομψότητα.

Θα σταθώ σε ένα ακόμα ποίημα με θέμα (ή αφορμή) την πτήση, από τη σπονδυλωτή σύνθεση «Tractatus», που συμπεριλαμβάνεται στη «Drapetomania»: «Παρεμπιπτόντως να σημειώσω/ ότι κι εμείς έχουμε την οπτική των πουλιών./ Σε κείνα τα πρώτα ένα-δύο μέτρα/ της πάλης με τη βαρύτητα./ Τα δευτερόλεπτα/ που το αεροπλάνο ουρλιάζει περισσότερο./

Δεν είναι εύκολο./ Η ποίηση μονίμως αποσιωπά αυτό το γεγονός». Σαν τον κονφερασιέ ενός ιδιότυπου καμπαρέ, το ποιητικό υποκείμενο βομβαρδίζει τους αναγνώστες –επίτηδες νομίζω τοποθετημένους εδώ σε θέση ανώνυμου ακροατηρίου– με ρυθμικές ομοβροντίες που δεν έχουν ξεκάθαρη στόχευση: Ο σίγουρος για τον εαυτό του αναγνώστης θα γελάσει κολακευμένος που κάποιος τον θεωρεί αρκετά έξυπνο για να μοιραστεί μαζί του αυτό το μείγμα σαρκασμού και συγκίνησης. Ο ανασφαλής θα νιώσει ακόμη περισσότερο αποσταθεροποιημένος.

Ιδίως στην ομότιτλη ποιητική σύνθεση («Drapetomania»), που αποτελεί την τρίτη ενότητα της υπό συζήτηση συλλογής, η Μπούκοβα σχεδόν καταχράται το προκλητικό ύφος μιας ποίησης γεμάτης παράδοξα και αποφθέγματα, σε έντονη συνομιλία με ποιητικές και καλλιτεχνικές ερευνητικές πρωτοπορίες, αλλά και με την ιστορία, την επικαιρότητα, τις φυσικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Στον βαθμό που παρωδούν αποτελεσματικά όλα τα παραπάνω, τα ποιήματά της είναι αποτελεσματικά και απολαυστικά, με το ποιητικό υποκείμενο να λειτουργεί πάντοτε ως κονφερασιέ. Ομως, η κατανάλωση πικρών επιτευγμάτων φτάνει κάπως γρήγορα στα όριά της· τότε οι αναγνώστες θα οπισθοπορήσουν στις δύο πρώτες ενότητες της συλλογής. Θα αναζητήσουν εκεί τα πολύτιμα, τα απαραίτητα ίχνη της υποκειμενικότητας που χρειάζεται η ποιητική συνομιλία για να τα καταφέρει. Με τα λόγια της Μπούκοβα [«Επέτειος» (1968)]: «σαν πεταλούδα στο στομάχι/ σαν γουρούνι στο σακί».