ΒΙΒΛΙΟ

Μια σύγχρονη πραγματεία για τους «Ορνιθες»

gkkt_11_14042019_cmyk_v2__page_1_image_0003

ΦΑΝΗΣ Ι. ΚΑΚΡΙΔΗΣ
Αριστοφάνους Ορνιθες
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
σελ. 400

Οι «Ορνιθες» του Αριστοφάνη ανέβηκαν για πρώτη φορά στο Θέατρο του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη την άνοιξη του 414 π.Χ. Το 1973 ο σπουδαίος κλασικιστής Φάνης Ι. Κακριδής θεώρησε ότι οι «Ορνιθες» χρειάζονταν μια σχολιασμένη μετάφραση για το ελληνικό κοινό, καθώς υπήρχαν πολιτισμικά στοιχεία πολύπλευρα και ιδιαίτερα για να αναδειχθούν. Τον Ιανουάριο του 2019, λίγο μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε η δεύτερη ερμηνευτική, ανανεωμένη έκδοση του αρχαίου κειμένου.

Αξιοποιώντας όχι μόνο τη σύγχρονη έρευνα των κλασικών σπουδών, αλλά και τις παρατηρήσεις των Αλεξανδρινών και Βυζαντινών σχολιαστών, ο Κακριδής διαπιστώνει ότι η αίσθηση του κωμικού στοιχείου διατηρήθηκε στη συνείδηση του κοινού από τα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια έως σήμερα. Επιλέγει να μεταφράσει τις αρχαιοελληνικές εκφράσεις κατά λέξη, με τη νεοελληνική απόδοση σε παρένθεση. Σχολιάζει τις ιδιότυπες δοξασίες, τις αγροτικές και αστικές συνήθειες που προκύπτουν από τις ευφάνταστες σκηνοθετικές οδηγίες. Ο Χορός των πουλιών, με τα μουσικά τιτιβίσματά τους, την πλουμιστή τους αμφίεση (το καθένα τους διαφορετική), το ειδυλλιακό φυσικό τους περιβάλλον, καλεί τον αναγνώστη/θεατή να διαδράσει με τούτο τον ονειρικό κόσμο του αρχαίου κωμικού.

Παρακολουθούμε το εύρημα του κωμικού ζευγαριού που αποτέλεσε πρότυπο στην ιστορία του δυτικού θεάτρου να εισέρχεται στην σκηνή. Είναι ο δυναμικός και ηγετικός Πεισθέταιρος, με το ρητορικό χάρισμα του «πείθειν έταιρον» και ο καλόβολος φίλος/οπαδός του Ευελπίδης, όλος αισιοδοξία. Το δίδυμο τύπου Λόρελ-Χάρντι έχει συμφωνήσει να φύγει από την Αθήνα έτσι ώστε να βρει καταφύγιο κοντά στα πουλιά, που ζουν ελεύθερα και απόκοσμα. Αηδιασμένοι πια με τους ανάξιους κυβερνήτες, τους διεφθαρμένους πολίτες και τους συκοφάντες, αναζητούν τον Τηρέα, πρώην άνθρωπο και βασιλιά, μεταμορφωμένο πλέον σε Εποπα (τσαλαπετεινό) από τους θεούς.

mia-sygchroni-pragmateia-gia-toys-ornithes0
Ο αναγνώστης του βιβλίου εντρυφά στον ονειρικό κόσμο του Αριστοφάνη.

Χάρη στη διπλή φύση του ο Εποπας, αρχηγός τώρα των πουλιών, καλεί τους Ορνιθες να ακούσουν την επιχειρηματολογία του Πεισθέταιρου, που επιθυμεί να τους πείσει να χτίσουν μια ενάερη πόλη, τη Νεφελοκοκκυγία, σε έναν ενδιάμεσο τόπο, μεταξύ ανθρώπων και θεών. Ο Πεισθέταιρος θα εξυψώσει το φρόνημα των Ορνίθων, αφηγούμενος τον κοσμογονικό τους μύθο, μια παρωδία της Θεογονίας του Ησιόδου που τοποθετεί ψηλά στη γενεαλογία των θεών (πολύ βολικά) το ορφικό αβγό. Τα πουλιά έχουν τις δικές τους θεότητες, π.χ. τη μητέρα-γη Κυβέλη που ταυτίζεται με τη μεγαλόσχημη φιγούρα της στρουθοκαμήλου.

Η θυσία

Μασώντας μια μαγική ρίζα ο Πεισθέταιρος θα αποκτήσει φτερά. Τα πουλιά με τη σειρά τους θα τειχοδομήσουν τη Νεφελοκοκκυγία, συνεργαζόμενα, ανάλογα το καθένα με την ειδικότητά του. Ο Πεισθέταιρος ετοιμάζεται για τη θυσία, ιδρύοντας την αιθέρια πόλη. Παραμυθιακά και θρησκειολογικά στοιχεία συνδυάζονται αρμονικά γύρω από το πρόσωπο του επινοητικού ήρωα/φτερωτού ανθρώπου. Η ευτράπελη διάσταση των γεγονότων κλιμακώνεται με τους ανεπιθύμητους επισκέπτες-τσαρλατάνους που πρέπει να αντιμετωπιστούν, καθώς διακόπτουν διαρκώς την προετοιμασία της θυσίας. Εμφανίζεται ο χρησμολόγος, ο οποίος πουλώντας άχρηστους χρησμούς προσπαθεί να επωφεληθεί. Επειτα, ο Μέτων, αστρονόμος, γεωμέτρης, πολεοδόμος, που απευθύνεται με στόμφο στον Πεισθέταιρο θέλοντας να επιβληθεί στον χώρο ως γνώστης, να «γεωμετρήσει τον αέρα και να τον χωρίσει σε δρόμους». Ο Κινησίας, που θυμίζει τον Βάρδο του γαλατικού χωριού (ο Φ.Ι. Κακριδής, αυθεντία στην αριστοφανική κωμωδία, είχε μεταφράσει τον «Αστερίξ» στα αρχαία ελληνικά), θέλει να αποκτήσει φτερά και μαζί να επιβάλει την έμπνευση μιας μουσικής σύνθεσης αβάσταχτα ενοχλητικής.

Η ύπαρξη της Νεφελοκοκκυγίας δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα στους θεούς, καθώς η τσίκνα των θυσιών που τελούν οι άνθρωποι παρεμποδίζεται από αυτήν την ενδιάμεση πόλη. Ο Πεισθέταιρος, ως ανώτερη, πιο εξελιγμένη βερσιόν ενός πετυχημένου/τυχερού Προμηθέα, ζητάει να παντρευτεί τη Βασίλεια, ως αντάλλαγμα, προκειμένου η τσίκνα από τα ψητά να περάσει στους λιμοκτονούντες θεούς. Η «καλλίστη κόρη» που επινοεί ο Αριστοφάνης διαχειρίζεται τον κεραυνό του Δία, την ευνομία, το δημόσιο ταμείο, τις δικαστικές αποζημιώσεις και άλλες αρμοδιότητες. Ο ποιητής, που μεγάλωσε στην εποχή της δημοκρατικής ακμής, καυτηριάζει την πολιτική κατάντια των ημερών του. Στους «Ορνιθες» πραγματοποιείται το αδιανόητο: ένας άνθρωπος αποκτά φτερά, παίρνει γυναίκα του τη θεία Δίκη, πετάει πάνω από τα σύννεφα και, εκθρονίζοντας τον Δία, θεοποιείται.