ΒΙΒΛΙΟ

Κατανοώντας τον Ανδρέα Κάλβο

Κατανοώντας τον Ανδρέα Κάλβο

Φέτος έκλεισαν 150 χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869). Οι εκδόσεις του Μουσείου Μπενάκη, χάρις στην πρωτοβουλία του Αγγελου Δεληβορριά και τη χορηγία του Ντίνου Μαρτίνου, από το 2014 έως σήμερα έχουν εκδώσει μέρος των «Ποιητικών», τα «Πεζά» και τη δίτομη συνοδευτική «Αλληλογραφία» του Κάλβου. Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, επιστημονικός επιμελητής του συνόλου του έργου του Κάλβου, μου έδωσε μια συνοπτική εικόνα της ιδιαίτερης προσωπικότητας του ποιητή-λογίου.

– Κύριε Αρβανιτάκη, το εκδοτικό εγχείρημα «Ανδρέας Κάλβος. Εργα και Αλληλογραφία» διαφοροποιείται, ως προς τη δομή του, από τις παλιότερες προσπάθειες έκδοσης των «Απάντων» του ποιητή;
– Για πρώτη φορά συστεγάζεται εκδοτικά και συνεξετάζεται ολόκληρο το έργο του, ανεξάρτητα από το είδος (ποίηση, τραγωδία, βιβλιοκρισία, δοκιμιακός, κριτικός, δημοσιογραφικός ή πανεπιστημιακός λόγος κ.λπ.) και τη γλώσσα. Οι παλαιότερες προσπάθειες τον αντιμετώπιζαν ως αποκλειστικά ελληνόγλωσσο ποιητή, δίνοντας μια αλλοιωμένη εικόνα του ανθρώπου και του έργου του, ακολουθώντας μια εσφαλμένη και ετεροκαθοριζόμενη μέθοδο και στερώντας μας πολύτιμα εργαλεία κατανόησης όχι μόνο του Κάλβου αλλά και της ελληνικής λογιοσύνης. Για να το πω διαφορετικά, η παραδοσιακή φιλολογία επέμενε να σκιαγραφεί έναν Ελληνα εθνικό ποιητή, ερήμην του έργου και της εποχής του.

Ο αναγνώστης των «Εργων» ξαφνιάζεται ενδεχομένως, καθώς ανοίγοντας τον τόμο των «Ποιητικών» συναντάει πρώτα μια ιταλική τραγωδία, τις «Δαναΐδες», και κατόπιν τα ελληνικά του ποιήματα. Μαθαίνει, όμως, ότι ο Κάλβος ξεκίνησε τη λογοτεχνική του πορεία ως τραγικός ποιητής, γράφοντας στην ιταλική γλώσσα, και μαζί συνειδητοποιεί ότι υπήρξε πολύ πιο «πλούσιος»: υπήρξε πολύ περισσότερα από όσα νομίζαμε.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι, διαβάζοντας μαζί το ελληνόγλωσσο και το ιταλόγλωσσο έργο του, υπερβαίνοντας το ψευδοπρόβλημα των διαφορετικών γλωσσών (στη συνείδηση του Κάλβου, όπως και κάθε ανθρώπου, οι έννοιες και τα συναισθήματα δεν σκοντάφτουν στο ένδυμά τους), αντιλαμβανόμαστε πόσο μετακινούνται οι άξονες αναφοράς και πόσο διαφορετικά φωτίζεται και το ελληνόγλωσσο έργο του.

– Μοιάζει απροσδόκητο να μιλάμε για τον Κάλβο ως «τραγικό ποιητή». Υπήρξε κάποιο ιδιαίτερο κίνητρο πίσω από την επιλογή του να εκφραστεί μέσω της τραγωδίας;
– Απροσδόκητο και παράδοξο ίσως για μας σήμερα. Οχι, όμως, για έναν εκκολαπτόμενο λογοτέχνη που διαμορφωνόταν μέσα στο κλίμα του ιταλικού νεοκλασικισμού, την εποχή που η τραγωδία αποτελούσε ένα από τα κύρια μέσα λογοτεχνικής έκφρασης. Ας μη λησμονούμε ότι το μεγάλο όνομα της ιταλικής λογοτεχνίας της εποχής, ο Βιτόριο Αλφιέρι, ο αποκαλούμενος «νέος Σοφοκλής», υπήρξε ο αναμορφωτής του είδους, αλλά και ότι ο φίλος, συμπατριώτης και δάσκαλος του Κάλβου, ο Ούγκο Φόσκολο, διακρίθηκε επίσης ως τραγικός ποιητής. Επιπλέον, βρισκόμαστε στην περίοδο κατά την οποία άρχιζε να μορφοποιείται ένας νέος τύπος λογίου, ο διανοούμενος: ο άνθρωπος που αντιλαμβανόταν αλλιώς το χρέος του απέναντι στην κοινωνία και διεκδικούσε μαχητικά την αναγνώριση της πνευματικής του ανεξαρτησίας, ως κρίσιμης προϋπόθεσης της ύπαρξής του. Υψιστος δάσκαλος ως προς τούτο και πάλι ο Αλφιέρι, ο οποίος διακήρυξε ότι ο καλλιτέχνης είναι πάνω από κάθε εξουσία, πολιτική ή θρησκευτική. Μας θυμίζει κάτι από τον Κάλβο αυτό;

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να προσέξουμε ότι όλες οι ιταλόγλωσσες τραγωδίες που συνέθεσε («Ιππίας», «Θηραμένης», «Δαναΐδες»), κατά την πρώτη φάση της λογοτεχνικής του δημιουργίας, είχαν ως θέμα την εξουσία και ως κεντρικό αιτούμενο την ελευθερία. Αν στις «Δαναΐδες», στο πιο ώριμο έργο του, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μικροσκοπική ανάλυση του «πατέρα-τυράννου» και στις δύο πρώτες τραγωδίες ακούμε έναν σαφώς αντιτυραννικό λόγο, αυτό σημαίνει ότι ο Κάλβος δημιουργούσε σε αρμονία με τις καλλιτεχνικές και ιδεολογικές αναζητήσεις των πρώτων φάσεων της ιταλικής παλιγγενεσίας.

– Ουσιαστικά, υπ’ αυτήν την έννοια, ο Κάλβος εντάσσεται στο πλαίσιο της εποχής του, «ιστορικοποιείται».
– Το εγχείρημα έχει σκοπό να τον εντάξει στα κοινωνικά και πνευματικά περιβάλλοντα στα οποία διαμορφώθηκε ως ποιητής, λόγιος-διανοούμενος και πολίτης. Αυτή η οπτική δεν αφαιρεί τίποτα από τη λογοτεχνικότητα του έργου, αντιθέτως βοηθάει στην εντελέστερη κατανόησή του. Για να το πω διαφορετικά, μας προφυλάσσει από την εσφαλμένη ερμηνεία της μοναδικότητάς του. Αν η αξία του έργου του (όπως και κάθε έργου τέχνης) έγκειται όντως στη μοναδικότητα, στην «ιδιοτροπία» και στην τόλμη του, αυτές δεν είναι εκείνες που αντελήφθη ο Οδυσσέας Ελύτης ή όποια ερμηνεία είδε το έργο απομονωμένο από τα συμφραζόμενά του, αγνοώντας τον χώρο και τον χρόνο εντός των οποίων αυτό δημιουργήθηκε. Κανένας άνθρωπος δεν τεμαχίζει τη ζωή του ούτε ζει και δημιουργεί εν κενώ.