ΒΙΒΛΙΟ

Πέρασμα απέναντι

fot057

Ο αγιολογικός και εικονολογικός φάκελος του Αγίου Χριστοφόρου, σε Ανατολή και Δύση, είναι πλούσιος και παράδοξος. Πολλοί ναοί είναι αφιερωμένοι σε αυτόν σε όλη την Ευρώπη, τον ζωγράφισαν πολύ μεγάλοι ζωγράφοι, ενώ στην Ανατολή εικονίστηκε και ως Κυνοκέφαλος. Δεν φανταζόμουν πάντως ότι θα έκανε την εμφάνισή του, μέσα στο 2019, στο έργο δύο συγγραφέων, ενός νέου και ενός λιγότερου νέου: Γιάννης Παλαβός (γενν. 1980), «Το παιδί», διηγήματα (Νεφέλη), και Μιχάλης Μακρόπουλος (γενν. 1965), «Μαύρο νερό», νουβέλα (Κίχλη). Για τις ανάγκες της συνεννόησης, ας κρατήσουμε το πιο γνωστό περιστατικό του Βίου του, όπως το διέδωσε σε Ανατολή και Δύση η «Χρυσή Ιστορία» (Legenda Aurea, 13ος αι.) του Ιακώβου του Βαραγινού. Περατάρης σε ένα επικίνδυνο ποτάμι, περνούσε απέναντι, πάνω στους ώμους του, ταξιδιώτες και προσκυνητές. Μια μέρα, του το ζήτησε και ένα μικρό παιδί. Καθώς όμως διέσχιζε το ποτάμι, το βάρος του αύξαινε διαρκώς στους ώμους αυτού του γίγαντα και γινόταν ασήκωτο. Ο άγιος τα κατάφερε στο τέλος να το περάσει απέναντι, στην άλλη όχθη, και εκεί θα του αποκαλυφθεί ότι το παιδάκι ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Εξ ου και το όνομα του αγίου: από Ρέπροβος (αποδοκιμασμένος) έγινε Χριστοφόρος.

Στο διήγημα «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού, που έδωσε τον τίτλο του και σε όλη τη συλλογή, μια γυναίκα που ζει μόνη, και που η κοινωνία του χωριού την οικτίρει και της καταλογίζει τη μοίρα της, ανεβαίνει στο ξωκκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου, την προπαραμονή της μνήμης του (9 Μαΐου), για να φυτέψει γεράνια στον περίβολό του. Οι κακεντρεχείς γυναίκες λένε πως φροντίζει τον άγιο επειδή η ίδια είναι άκληρη. Αφού φύτεψε τα γεράνια, κάθεται να ξαποστάσει και βλέπει ξάφνου μπροστά της τον άγιο, με τον Χριστό νήπιο στους ώμους του. Το κατεβάζει και της το δίνει. Το παιδί φωλιάζει στον κόρφο της, εκείνη το σκεπάζει με τη ζακέτα της και παίρνει τον δρόμο του γυρισμού, αποφεύγοντας τους ανθρώπους, γιατί η φεγγοβολή του φωτοστέφανου διακρίνεται μέσα από το πλεχτό. Οταν μπει στο σπίτι, θα κάνει ό,τι κάθε μάνα, θα βάλει το παιδί να ξαπλώσει, θα το κάνει μπάνιο. Τη στιγμή που του πλένει τα πόδια, θα της πει ό,τι είπε ο Χριστός επί του Σταυρού στον εκ δεξιών ληστή. Η γερασμένη γυναίκα που φρόντισε τους άλλους αλλά δεν φρόντισε τον εαυτό της θα αξιωθεί, πριν από το τέλος της, ένα φωτεινό, μαγιάτικο απόγεμα, να βρεφοκρατήσει. Στην άκληρη έλαχε ο καλύτερος κλήρος.

Στη νουβέλα του Μακρόπουλου, μεταφερόμαστε από την περιοχή του Βελβεντού, όπου το διήγημα του Παλαβού, στην Ηπειρο και σε ένα χωριό της που πεθαίνει. Τα νερά του είναι δηλητηριασμένα και οι τροφές συνακόλουθα το ίδιο. Οι κάτοικοι πειθαναγκάζονται να το εγκαταλείψουν. Συνολική εικόνα καταστροφής. Τελευταίοι κάτοικοί του, ένας πατέρας και το παράλυτο παιδί του. Το όνομα του παιδιού είναι Χριστόφορος και θέλει να πάνε να εορτάσουν τη μνήμη του αγίου του στο ξωκκλήσι του στον Δολό (Πωγώνι). Αφού έμειναν, πατέρας και γιος, λίγη ώρα μέσα στον έρημο πέτρινο ναΐσκο, το παιδί θα ζητήσει να αγναντέψει το χωριό του από ψηλά. Βλέπουν τότε μια γυναίκα με τρία άλογα, που ζει κι αυτή μόνη κι άρρωστη στην περιοχή. Η γυναίκα θα ανεβάσει το παιδί πάνω στο άλογο και θα το κάνει μια βόλτα, θα του δώσει για λίγο και τα γκέμια. Το παράλυτο αγόρι βρέθηκε καβαλάρης, έγινε αυτό που ήταν ο μοναδικός πόθος του. Τι άλλο να θέλει ένα παράλυτο παιδί από το να τρέξει, να καλπάσει! Στα ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου, που ταλαιπωρήθηκε από τη χωλότητα, τρέχουν και χλιμιντρίζουν διαρκώς άλογα, καλπάζουν καβαλάρηδες, και εκείνος ο ίδιος ένας από αυτούς (κάποτε μάλιστα φτάνει να φαντάζεται άλογο αφρισμένο τον ίδιο τον εαυτό του, «Αλφειός»). Ο Αγιος Χριστόφορος έκανε το θαύμα του, ένα άλογο πήρε το παιδί στη ράχη του και το πέρασε απέναντι, από τη λύπη στη χαρά. Η χαρά αυτή θα εισβάλει ορμητική στον ύπνο του: «κάλπαζε ασυγκράτητος στη ράχη της μαύρης φοράδας, νιώθοντας τον άνεμο στο πρόσωπό του και τη γη να φεύγει και να φεύγει κάτω από τις οπλές του αλόγου» (σ. 76). Την ίδια νύχτα ο άγιος θα δωρίσει και στον πατέρα λίγη χαρά: η άρρωστη γυναίκα θα πλαγιάσει δίπλα του.

Ο Αγιος Χριστόφορος σήκωνε στους ώμους του το βάρος των άλλων, τους επωμιζόταν, τους πέρναγε απέναντι, για να συνεχίσουν την πορεία τους και τη ζωή τους, όπως ο Μωυσής που έκανε ξηρά τη θάλασσα και πέρασε απέναντι τους Εβραίους, από τη δουλεία στην ελευθερία. Εβλεπε τον Χριστό στο πρόσωπο των άλλων – αυτό ακριβώς σημαίνει ότι το παιδί που πήρε στην αγκαλιά του ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Καθένας τον οποίο μετέφερε στην πλάτη του ήταν ο Χριστός. Αυτός ο άγιος του τρίτου αιώνα ανέλαβε επ’ εσχάτων των ημερών να διαπεράσει απέναντι, από τη λύπη στη χαρά, τα αδικημένα ανθρώπινα πλάσματα των δύο συγγραφέων μας. Ο Παλαβός και ο Μακρόπουλος αντιλαμβάνονται σωστά το θαύμα: αποκατάσταση μιας αδικίας!