ΒΙΒΛΙΟ

Ασυλα «ανιάτων»

asyla-aniaton-2339673

Το καλοκαίρι ξεκίνησε η μεγάλη συζήτηση για το εάν πρέπει να καταργηθεί το άσυλο στα πανεπιστήμια. Τα τελευταία χρόνια τα πανεπιστήμια μετατράπηκαν σε καταφύγιο παραβατικών στοιχείων, τοξικοεξαρτημένων και παρεμπόρων. Η πρόσβαση στον ιερό χώρο της γνώσης και της διακίνησης των ιδεών μετατράπηκε σε ανίερο χώρο διακίνησης ουσιών. Εκεί δεν έβρισκαν καταφύγιο όσοι ήθελαν να ζήσουν και να σκεφθούν ελεύθερα και να προστατευθούν, αλλά εκμεταλλεύονταν την ελευθερία του χώρου όσοι στόχευαν στην εξυπηρέτηση των δικών τους ανίερων σκοπών, μολύνοντας τον χώρο και συμβολικά και πραγματικά.

Συζητάμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια για την κρίση αυτής της χώρας. Πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, ακόμα και ψυχαναλυτές κατά καιρούς σκέφτονται πάνω σε αυτήν, εκφράζονται, γράφουν. Δεν μπορούμε όμως πια να μιλάμε για κρίση, τουλάχιστον οικονομική. Η κρίση ήλθε και ενδεχομένως παρήλθε, εντούτοις αυτό που δεν άλλαξε, τουλάχιστον σε βάθος, είναι η σκέψη πάνω στη βαθύτερη διάβρωση αυτού του τόπου, στοιχείο που παραμένει, αλλάζει μορφή, όψη αλλά αναπαράγεται.

Το πανεπιστημιακό άσυλο έτσι όπως τίθεται στην ατζέντα της συζήτησης θέτει το πρόβλημα του χώρου. Καταπατείται ο πανεπιστημιακός χώρος για άλλους σκοπούς πέραν αυτών που τον κάνουν ιερό. Τι συμβαίνει, όμως, με τον συμβολισμό διαφόρων άλλων «χώρων» που φέρνουν επίσης μιαν ιερότητα ως προς την αποστολή στην κοινωνία; Τι συμβαίνει με το φαντασιακό άσυλο, το ψυχικό, το πνευματικό; Ο χώρος δεν έχει μία διάσταση, δεν έχει μόνο τη διάσταση της εξωτερικής πραγματικότητας, οι άνθρωποι αναζητούν καταφύγιο και σε άλλους «χώρους» και πολλές φορές τους καταπατούν, τους εξαχρειώνουν, τους λεηλατούν, παρότι αυτό δύσκολα γίνεται ορατό, αντιληπτό, και τελικά διαχειρίσιμο.

Δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ιατρική ένας ιερός χώρος; Η Πολιτική; Η Δημοσιογραφία; Οι Τέχνες; Τα Γράμματα; Δεν συντηρείται ακόμα η φαντασίωση στην κοινωνία ότι ένας ποιητής είναι ένας βαθιά ευαίσθητος άνθρωπος; Οτι ένας ψυχαναλυτής έχει εργαστεί βαθιά πάνω στα δικά του ψυχικά ζητήματα; Οτι ο πανεπιστημιακός δεν κάνει άλλο από το να προωθεί τη γνώση; Οτι ένας δημοσιογράφος γράφει πάντα με έγνοια για τους αναγνώστες του και όχι για τον εαυτό του; Οτι δεν έχει προσωπική ατζέντα και δεν «χρησιμοποιεί» για ίδιον όφελος το βήμα που του δόθηκε; Δεν θα έπρεπε όλοι αυτοί οι τομείς να αποτελούν «άσυλα»;

Να καταφεύγουν εκεί άνθρωποι που μέσω της προσωπικής τους έκφρασης μεριμνούν για την προάσπιση του ιερού χώρου που τους πρόσφερε μια διαφορετική ταυτότητα στην κοινωνία;

Γιατί άραγε χάθηκε η πίστη στην ουσία της κοινωνίας και παλεύουμε κόκκο κόκκο να ανασυστήσουμε κάτι που συνεχώς κατατρώγεται εσωτερικά; Διότι πλέον στους περισσότερους από τους παραπάνω τομείς που αναφέρθηκαν έχουν καταφύγει «κακοποιά» στοιχεία, ανίατοι ασθενείς που δεν σεβάστηκαν τον «ιερό» συμβολισμό του χώρου στον οποίο εντάχθηκαν, και δεν κατάφεραν να μεταλλαχθούν προς το καλύτερο μέσα από την ουσία της αποστολής τους. Αντιθέτως, όπως μυστικά και υπόγεια εισέρρεαν τα παραβατικά στοιχεία πέριξ και εντός των πανεπιστημίων, έτσι κατοικούν εδώ και δεκαετίες διεφθαρμένα στοιχεία και σε άλλους ιερούς χώρους, καταστρατηγώντας άσυλα και όρκους, ακόμα και στραπατσάροντας την αίγλη ενός τίτλου τιμής. Το να είσαι δημοσιογράφος ή συγγραφέας θα έπρεπε να είναι ένας τίτλος τιμής. Ο συμβολικός χώρος σού απονέμει εν τοις πράγμασι μια διακριτή θέση στην κοινωνία. Τι συμβαίνει, όμως, με πάρα πολλούς από αυτούς όταν δεν πέφτει πάνω τους το φως της μέρας; Ποιοι είναι στα αλήθεια όσοι μας καθοδηγούν ή μας διδάσκουν; Πόσο διαστρεβλώνουν και αλλοιώνουν τον χώρο και την ιδιότητα; Το να είσαι γιατρός ή εκπαιδευτικός είναι λειτούργημα, πάνω και πρώτα από επάγγελμα. Τι συμβαίνει όμως όταν ο βαθύτερος σκοπός είναι ο προσωπικός πλουτισμός για παράδειγμα; Δεν καταπατάται ένας χώρος; Δεν διαφθείρεται και δεν μολύνεται ο ψυχικός «τόπος»;

Διατηρούμε την ψευδαίσθηση ότι αρκεί να είναι κάποιος καλός σε τεχνικό επίπεδο για να κάνει μια τέτοια «δουλειά». Ή ότι μόνον πολύ συγκεκριμένα αδικήματα είναι σημαντικά και πρέπει να τιμωρούνται. Για τα ψυχικά και ηθικά αδικήματα, όμως, δεν δίνουμε και πολύ μεγάλη σημασία. Τα προσπερνάμε. Για τους πολιτικούς κοιτάμε τις τεχνοκρατικές τους ικανότητες ή τη ρητορική τους δεινότητα, σπάνια, ωστόσο, εντοπίζουμε τη βαθύτερη ηθική τους υπόσταση, διότι προφανώς είναι κάτι που δύσκολα εντοπίζεται. Πρέπει να δεις κάποιον από πολύ κοντά για να καταλάβεις τη διαστροφική του σκέψη, τη χαλασμένη του ηθική. Και συνήθως, κοντά σε αυτούς είναι κάποιοι εξίσου χαλασμένοι ή εμποτισμένοι με κυνισμό στο τι συγκαλύπτεται ή στο τι αποσιωπάται. Αυτό ισχύει δυστυχώς σε όλους τους χώρους. Στην πολιτική, στη θρησκεία, στη γνώση, στα γράμματα ή στον πολιτισμό λίγοι είναι αυτοί που ζήτησαν εκεί άσυλο για να δώσουν κάτι αυθεντικό κι έντιμο από τον εαυτό τους, για να αφήσουν κάτι όμορφο στο πεδίο αυτό που τους τίμησε και τους αγκάλιασε. Οι περισσότεροι, συχνά παρακαλώντας ή φορώντας τη μάσκα της ευαισθησίας ή της υψηλής ηθικής, εισβάλλουν στο συμβολικό πεδίο για να το αλώσουν. Για να λεηλατήσουν, για να κλέψουν και να λύσουν τα προσωπικά τους αδιέξοδα. Οπως μπορεί ο καθένας, άλλος λίγο, άλλος περισσότερο, άλλος υλικά, άλλος ψυχικά. Και μετά, για να κατακάψουν αφήνοντας πίσω τους συνήθως στάχτες σε ψυχές και συνειδήσεις. Και φυσικά, τι καλύτερο από μια βράβευση γι’ αυτούς τους μεγάλους «άνδρες». Ετσι κι αλλιώς, θα βρεθούν πάντα κάποιοι άλλοι «ανίατοι» να βραβεύσουν τον λεηλατητή και τα αποκαΐδια του.