ΒΙΒΛΙΟ

Οταν η νύχτα έγινε για πάντα μέρα

graham-moore

«Αν ο Νεύτων δούλεψε με την ποίηση, εμάς μας απέμεινε να μοχθούμε με την πεζογραφία», λέει ο Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ απευθυνόμενος στον δικηγόρο του, Πολ Κράβαθ, έπειτα από μια τεχνική ανάλυση της διαφοράς του εναλλασσόμενου ρεύματος με το συνεχές. Ο ηλεκτρισμός δεν προσφέρεται για μεταφορικά σχήματα γράφει ο Γκράχαμ Μουρ, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Αμερικανό συγγραφέα από το να δημιουργήσει ένα ιστορικό θρίλερ με τη διαμάχη –μέχρις εσχάτων– μεταξύ του Τόμας Εντισον και του Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ για την επικράτηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα και την εμπορική του εκμετάλλευση. Στο βιβλίο «Οι τελευταίες μέρες της νύχτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, μπορεί να λείπουν οι μεταφορές αλλά η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη.

Ο 38χρονος Γκράχαμ Μουρ έκανε το συγγραφικό του ντεμπούτο πριν από περίπου μία δεκαετία με το «The Sherlokian», ένα μυθιστόρημα για τους λάτρεις του γνωστού ντετέκτιβ, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο «Λέσχη Σέρλοκ Χολμς» (εκδ. Κέδρος) το 2013. Τον γνωρίσαμε περισσότερο στην απονομή των Οσκαρ 2015, όταν παρέλαβε το βραβείο για το σενάριο της ταινίας «Το παιχνίδι της μίμησης».

Η ιδέα

Κάπου μεταξύ του Σέρλοκ Χολμς και του Αλαν Τούρινγκ γεννήθηκε στον Μουρ η ιδέα για τον πόλεμο που έκανε μια για πάντα τη νύχτα μέρα. Συγκεκριμένα, ήταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο κάπου μεταξύ Σικάγου και Νέας Υόρκης. «Αυτή η διαδρομή περνάει μέσα από μεγάλες εκτάσεις της Πενσιλβάνια. Εκεί είδα ένα παλιό εργοστάσιο της εταιρείας Γουέστινγκχαουζ και άρχισα να μιλάω για τον άνθρωπο που δημιούργησε την εταιρεία. Σχεδόν κανείς από τους φίλους μου δεν ήξερε ποιος ήταν και εγώ θυμόμουν αμυδρά τη διένεξη με τον Εντισον και τον Τέσλα. Μιλάμε για τρεις εφευρέτες της εποχής που είχαν τον ίδιο στόχο. Με μια έννοια θα έπρεπε να ήταν οι καλύτεροι φίλοι αλλά ήθελαν να καταστρέψουν ο ένας τον άλλον», μας λέει ο κ. Μουρ από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ναι, ξέχασα να σας πω ότι και ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ κάνει μια cameo εμφάνιση στην πλοκή.

To μυθιστόρημα τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ 1888 και 1896, περίοδος που έχει επικρατήσει να ονομάζεται από τους ιστορικούς «πόλεμος του ρεύματος». Τα πρόσωπα και τα γεγονότα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμά του, είναι πραγματικά αλλά πολλές καταστάσεις και διάλογοι είναι επινοημένοι, ενώ ο χρόνος λειτουργεί για να διευκολύνει την πλοκή. Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνονται οι μάχες και τα χτυπήματα κάτω από το τραπέζι κυρίως μεταξύ των δύο μεγάλων διεκδικητών του ρεύματος, του Τόμας Εντισον και του Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις δύο προσωπικότητες ως δυναμικούς αλλά και αδίστακτους χαρακτήρες, ιδιοφυΐες που έχασαν πολύ χρόνο στην προσπάθειά τους να καταστρέψουν ο ένας τον άλλο. Ο αινιγματικός Νίκολα Τέσλα που μπαίνει στην ιστορία αρχικά ως υπάλληλος του Εντισον φαίνεται να είναι ο πιο αθώος ή αφελής από τους τρεις. Οι χαρακτήρες πάντως είναι «γκρίζοι», δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αφού τα γεγονότα ανατρέπουν τις αρχικές εντυπώσεις.

«Ποιος ήταν η πραγματική ιδιοφυΐα;», ρωτάμε τον κ. Μουρ. «Νομίζω ότι και στους τρεις υπήρχε ένα στοιχείο ιδιοφυΐας και δεν το λέω για να αποφύγω την ερώτηση. Ωστόσο, ήταν ιδιοφυείς σε διαφορετικά πράγματα. Χρειάζονταν και οι τρεις για να φτιαχτεί ο ηλεκτρικός λαμπτήρας, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να το κάνει κάποιος μόνος του», μας λέει.

Ετσι, ο Τέσλα ήταν «ο άνθρωπος των ιδεών», ένας θεωρητικός αδιάφορος για την εφαρμογή των θεωριών και κακός επιχειρηματίας. Ο Γουέστινγκχαουζ ήταν ένας γνήσιος τεχνίτης για τον συγγραφέα. «Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φτιάχνει τα πράγματα τέλεια, τα καλύτερα προϊόντα στις καλύτερες τιμές. Στο τέλος πήρε τις ιδέες του Τέσλα και κατασκεύασε κάτι όμορφο», σημειώνει.

Οταν έρχεται η κουβέντα στον Εντισον, που είναι και ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας του βιβλίου, ο κ. Μουρ τον περιγράφει ως τον απόλυτο «πωλητή», έναν άνθρωπο που ταιριάζει στο κλισέ ότι θα μπορούσε να πουλήσει ψυγεία σε Εσκιμώους. Αλλωστε, πουλούσε λαμπτήρες και πανάκριβες γεννήτριες σχεδόν σε όλη τη Νέα Υόρκη που στο τέλος καίγονταν ή χαλούσαν. Η πειθώ του ήταν ένας από τους παράγοντες της μεγάλης εξάπλωσης του ηλεκτρισμού και της επένδυσης μεγάλων τραπεζιτών, όπως του Τζέι Πι Μόργκαν, στο τότε εγχείρημα. Το μυθιστόρημα περιγράφει επίσης τον τρόπο με τον οποίο ο Εντισον δούλευε τις εφευρέσεις του. Είχε δημιουργήσει αυτό που σήμερα οι εταιρείες ονομάζουν Τμήμα Ερευνας και Ανάπτυξης.

Το εσωτερικό νήμα

«Ο Εντισον ήταν καλός στο να καταλαβαίνει ποια πρότζεκτ ή εφευρέσεις άξιζε να κυνηγήσει, όπως έγινε με τον ηλεκτρικό λαμπτήρα. Ο Εντισον είχε προσλάβει δεκάδες άλλους επιστήμονες, τους έβαλε σε έναν χώρο στο Νιου Τζέρσεϊ και τους έλεγε να πειραματιστούν με ό,τι μπορούν για να τα καταφέρουν. Το μεγάλο ερώτημα με τον λαμπτήρα ήταν το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένο το εσωτερικό νήμα. Κάποιος, όπως ο Τέσλα, θα θεωρητικολογούσε πάνω στο κατάλληλο νήμα. Ο Εντισον θα έλεγε όχι, δεν χρειάζομαι τη θεωρία, θα πάρουμε ένα μάτσο από διαφορετικά υλικά, θα φτιάξουμε νήματα, θα τους βάλουμε γλόμπους και χίλια θα ανατιναχθούν. Ενα όμως όχι».

Ολα όμως ξεκινούν από μια νομική διαμάχη μεταξύ των δύο κύριων χαρακτήρων πάνω στην πατρότητα και εγκυρότητα της ευρεσιτεχνίας του λαμπτήρα που έχει κατοχυρώσει ο Εντισον. Εδώ μπαίνει και ο αφηγητής της ιστορίας, ο δικηγόρος Πίτερ Κράβαθ, επίσης ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο οποίος από παιδί προοδευτικών ιερέων του Νότου μετατρέπεται σταδιακά σε έναν κυνικό δικηγόρο της Νέας Υόρκης. «Δεν ήθελα να διαλέξω καμία πλευρά στο βιβλίο γι’ αυτό ήθελα να πει την ιστορία ένα τρίτο πρόσωπο, ένας ουδέτερος, κάποιον σαν τον αναγνώστη, όχι μια ιδιοφυΐα, που στο πρώτο μισό του βιβλίου αναρωτιέται γιατί αυτοί οι τρεις δεν συνεργάζονται».

Σε μια δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, ο Μουρ μας δείχνει τη μετατροπή της επιστήμης σε προϊόν και πετυχαίνει την απομυθοποίηση των ιστορικών προσώπων, από φωτεινές ιδιοφυΐες σε ανθρώπους με εγωισμούς και μικροσυμφέροντα. Βλέπουμε επίσης την ανάδυση της νέας Αμερικής, εκείνης που θα υποχρέωνε τους εργάτες να δουλεύουν περισσότερες ώρες χάρη στον ηλεκτρισμό και εκείνης που θα δημιουργούσε μακριά από τα εμπορικά κέντρα. «Αυτό που η Γουόλ Στριτ δεν θα χρηματοδοτούσε, ένα υπόγειο στο Νάσβιλ θα το έχτιζε», γράφει ο συγγραφέας για μια –επινοημένη– επιφοίτηση του Τέσλα στο Τενεσί σχετικά με τις ακτίνες Χ.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη ανάγνωση του βιβλίου, μια άλλη αφήγηση που γίνεται μέσα από τα λόγια μεγάλων εφευρετών ή καινοτόμων της νεότερης ιστορίας, όπως του Τιμ Μπέρνερς Λι, του Στιβ Τζομπς ή του Μπιλ Γκέιτς. Ο συγγραφέας ήθελε με αυτόν τον τρόπο να δείξει ότι τα ερωτήματα που συνοδεύουν την εξέλιξη της τεχνολογίας δεν έχουν αλλάξει και πολύ από την εποχή του Εντισον. «Τα επιχειρήματα είναι τα ίδια, τα προϊόντα έχουν αλλάξει. Τότε μιλούσαν για τις λάμπες, τώρα προβληματιζόμαστε για την τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνολογία πάντα έλυνε ένα πρόβλημα και δημιουργούσε ένα άλλο, δεν υπάρχει η τέλεια λύση», σημειώνει.

Αυτό που επίσης δεν έχει αλλάξει είναι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των νέων εφευρετών ή με τα λόγια του Στιβ Τζομπς: «Δεν θα είμαστε οι πρώτοι σε αυτό το πάρτι, αλλά θα είμαστε οι καλύτεροι».