ΒΙΒΛΙΟ

Ο Μυριβήλης της γερμανικής κατοχής

gkkt_07_1512_page_1_image_0001

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
Μικρές φωτιές, Ποιήματα και τραγούδια
επιμέλεια: Παντελής Μπουκάλας
επίμετρο: Μάριος Κυπαρίσσης – Μώρος
εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 110

o-myrivilis-tis-germanikis-katochis0
Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942), ο οποίος πέθανε λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία της.

Ο Στράτης Μυριβήλης (1890-1969), ευρύτερα γνωστός ως ο συγγραφέας της «Ζωής εν τάφω» (1924), του «Βασίλη του Αρβανίτη» (1943) και ένας εκ των τεσσάρων του «Μυθιστορήματος των τεσσάρων» (1958), εξέδωσε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής μια ποιητική συλλογή που για σχεδόν 75 χρόνια έμεινε στην αφάνεια.

Πρόκειται για τις «Μικρές φωτιές» (1942), 39 στο σύνολό τους ποιήματα (32 σε ελεύθερο στίχο, 7 σε παραδοσιακό), 54 δίστιχα και ένα μονόστιχο που, όπως πληροφορούμαστε από το Επίμετρο, σχετίζονται με το λυρικό πεζογράφημα «Το τραγούδι της γης» (1937). Με τη λυρική του αυτή σύνθεση «ο συγγραφέας αποδείχνεται από τους πιο σοφούς στην ουσιαστική γνώση της φύσης», όπως έγραψε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Κι ενώ στο «Τραγούδι της γης» η δημιουργία είναι κίνηση του Θεού προς τον σωτήρα του, τον άνθρωπο, στις «Μικρές φωτιές» είναι εμφανής η μεταφυσική, μια «ιδιότυπη μεταφυσική, στην οποία συνυπάρχουν στοιχεία χριστιανικά και μια σχεδόν παγανιστική διάθεση ύμνου της γης, βασική πίστη του Μυριβήλη».

Ο χρόνος, η φθορά της ζωής, η χαρά, η θλίψη, αλλά και η επιρροή της ελληνικής μυθολογίας και των ομηρικών επών («Τροία», «Οι σαΐτες του Φοίβου»), είναι θέματα που ελευθερώνουν τις μορφές και δίνουν το στίγμα του χρόνου. Οι «Κατρέφτες», πρώτο ποίημα της συλλογής, με δύο καθρέφτες σ’ ένα άδειο σπίτι «στη γυμνή σάλα / που κοιμάται η μνήμη» καθρεφτίζουν το τίποτα του χώρου, ενώ στις «Προσωπίδες» το ανθρώπινο πρόσωπο έχει φθαρεί, για να κυριαρχήσει το προσωπείο: «Φρίκη! Φρίκη! / Δεν βρήκαμε τις προσωπίδες μας, ωιμέ, / οι προσωπίδες μας είχαν γίνει πρόσωπο! [Επρεπε όμως να το περιμένουμε / ύστερ’ από τόσο μεταχείρισμα]».

Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Ιωάννη Γρυπάρη (1870- 1942), ο οποίος πεθαίνει λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία της. Σε ομιλία του ο Μυριβήλης με τίτλο «Ιωάννης Γρυπάρης, Σκαραβαίοι και τερρακότες» (δημοσιευμένη αργότερα στην «Ελληνική Δημιουργία»), θα στοχεύσει εκείνους που επέτρεψαν να θεωρηθεί ο Γρυπάρης ξεχασμένος, παρά τον γλωσσικό θησαυρό που κατείχε και που «πρόσβελνε θανάσιμα την αμάθεια και τη φτώχεια των άλλων» και παρά το «εθνικό του κατόρθωμα» να αφήσει «ολάκαιρο τον Αισχύλο μεταφρασμένο σε στίχους δημοτικούς». Βρισκόμαστε όμως στην Κατοχή, όπου η αγριότητα των καιρών δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο. Τα γεγονότα σαρωτικά, η περίοδος φοβική και ταραγμένη, η συνάφεια ανάμεσα στην Ιστορία και στη Λογοτεχνία εμφανέστερη από ποτέ. Ο ποιητής στο ποίημα «Προσευχή» δέεται στον Κύριό του: «Κύριε, Κύριε, / βάλε την κραυγή της αγωνίας σου / στο στόμα μου, / για να φτάσει η φωνή μου / ως την καρδιά της πέτρας / που περιμένει τη δόξα σου / στο βυθό του ωκεανού».

Κι όμως. Τα Χριστούγεννα θα χτυπούν πάντα την πόρτα μας (στο ποίημα «Χριστούγεννα») και ο ποιητής θα «μετρά με χτυποκάρδια τα μικρά βήματα της γιορτής που πλησιάζει» βλέποντας «τις μέρες του Θεού στα ανθισμένα πρόσωπα των παιδιών» και μετρώντας «τις ώρες του Θεού με τον ήλιο / που έρχεται κάθε πρωί και βρίσκει τα χέρια του / ακουμπισμένα στα χειρόγραφα».

Στο Επίμετρο του βιβλίου, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στο βιβλίο αλλά κινείται διακειμενικά μέσα σε αυτό με άνεση που μαρτυρεί καλή γνώση των κειμένων, οξύτατη ματιά και εξαίρετη συνδυαστική ικανότητα, διαπιστώνεται ότι ο Μυριβήλης, σύμφωνα με τον Τέλλο Αγρα, έδωσε στις «Μικρές φωτιές» «το περίσσευμα της πεζογραφικής του δύναμης με τη σαφήνεια της παράδοσης και την άνεση της σύνθεσης παρμένη από τον ελεύθερο στίχο». Δεν είναι ίσως υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε μαζί με τον Τέλλο Αγρα «διδάσκαλο του ελευθέρου στίχου» θεωρώντας, όπως και εκείνος ότι μετά τις «Μικρές φωτιές» το παράδειγμα του ελεύθερου στίχου θα γενικευθεί.