ΒΙΒΛΙΟ

Στον λαβύρινθο της σύγχρονης σκέψης

capture--44

DAVID FOSTER WALLACE
Σύντομες συνεντεύξεις
με απαίσιους άντρες
μτφρ.: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης,
εκδ. Κριτική, σελ. 448

Oταν το χειρόγραφο του πρώτου μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (1962-2008), «Η σκούπα και το σύστημα», έφτασε στα χέρια των εκδοτών της Penguin Books, ο συγγραφέας χρειάστηκε να τους εξηγήσει ότι η λογοτεχνία του δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε «ρεαλιστική» ούτε «μεταμυθοπλασία», αλλά περισσότερο «μετά-η-διαφορά-ανάμεσα-στα-δυο». Αργότερα, σε συνεντεύξεις και εκθέσεις του μίλησε για την ανάγκη της λογοτεχνίας να ξεπεράσει τον μεταμοντερνισμό (του οποίου παιδί υπήρξε και ο ίδιος) και τη χρήση του κυνισμού και της ειρωνείας ως εργαλείου αποδόμησης, θέτοντας τις βάσεις ενός μετά-μεταμοντέρνου ρεύματος, σύμφωνα με το οποίο το κείμενο θα βρίσκεται πιο κοντά στη ζωή. Ο Γουάλας έψαξε (και βρήκε) έναν χώρο όπου η ευφυΐα του συγγραφέα δεν θα ήταν μια αποστειρωμένη δεξιότητα προς θαυμασμό, αλλά ένα βοήθημα για την κατανόηση της πραγματικότητας.

Σε αυτόν τον χώρο κινείται στη συλλογή διηγημάτων «Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες» που εκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1999 (τρία χρόνια μετά τη σαρωτική επιτυχία του «Infinite Jest») και μεταφράστηκε προ ημερών για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κριτική. Τα κείμενα της έκδοσης λειτουργούν ως καθρέφτης της λογοτεχνίας του Γουάλας, μια σύνοψη των τεχνικών του (χρησιμοποιεί και εδώ, για παράδειγμα, τις περίφημες υποσημειώσεις του που λειτουργούν συμπληρωματικά στην αφήγηση), των θεματικών του κύκλων, του ύφους του – αν και εν προκειμένω η φόρμα του είναι μικρή, ή έστω σχετικά μικρή, ο μαξιμαλιστικός χαρακτήρας της πρόζας του είναι εμφανής. Οι προτάσεις του «πιάνουν χώρο», σαρκαστικά στομφώδεις, λαβύρινθοι με λέξεις και νοήματα που συνυφαίνουν τη φιλοσοφική σκέψη και την ποπ κουλτούρα και επαναλαμβάνονται κυκλικά, υπογραμμίζοντας ή άλλοτε διαγράφοντας την ουσία.

Πολυεπίπεδο παραλήρημα

Eχει γραφτεί πολλάκις ότι η συγκεκριμένη συλλογή είναι μάλλον αδύνατον να κατηγοριοποιηθεί και αρκετά δύσκολο ακόμα και να περιγραφεί: αποτελείται από ορισμένα κείμενα που, τουλάχιστον μορφολογικά, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως συμβατικά διηγήματα, και άλλα που είναι το ακριβώς αντίθετο. Στο «Οκτέτο», για παράδειγμα, ο συγγραφέας παραθέτει μία σειρά ψευδογρίφων πριν καταλήξει σε ένα πολυεπίπεδο παραλήρημα γύρω από τις εμμονές και τα αδιέξοδα μιας αφήγησης. Ανάμεσα στα παραπάνω εμφανίζονται εμβόλιμα και οι «Συνεντεύξεις» που χαρίζουν τον τίτλο στη συλλογή, ορισμένες από τις οποίες είναι όντως συνεντεύξεις (με τις ερωτήσεις πάντα να αποκρύπτονται) και άλλοτε απλώς συζητήσεις. Τον λόγο τον έχουν αποκλειστικά οι άντρες, ως επί το πλείστον όντως απαίσιοι.

«Δεν έχω άλλη επιλογή πέρα από το να είμαι κτηνωδώς ειλικρινής», λέει ένας από αυτούς, μια φράση που επαναλαμβάνεται και αλλού και θα μπορούσε να λειτουργεί ως υπότιτλος της συλλογής. Οι «απαίσιοι άντρες» του Γουάλας λένε όσα δεν λέγονται, εξομολογούνται σκέψεις και πράξεις για τις οποίες θα έπρεπε να ντρέπονται ή να κρύβονται. Ο συγγραφέας φέρνει στο προσκήνιο τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, αναπαράγει στερεότυπα μέσα από απίθανες καταστάσεις που προκαλούν γέλιο και ανατριχίλα (ή μόνο ανατριχίλα), και καταδεικνύει τις μορφές του σεξισμού, του αντρικού εγωκεντρισμού και της επιθετικής αρρενωπότητας που επιβιώνει στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και συναισθηματικής ασάφειας. Οι συνεντεύξεις/συζητήσεις, φύσει θεατρικές, έχουν ανεβεί αρκετές φορές στη σκηνή, ενώ το 2009 μεταφέρθηκαν και στο σινεμά από τον Τζον Κρασίνσκι. Η πιο σημαντική στιγμή της συλλογής, πάντως, πιθανόν εντοπίζεται στο 45σέλιδο «Στα δίχτυα της κατάθλιψης», ένα εκτενές διήγημα στο οποίο ο Γουάλας καταγράφει την ιστορία της «καταθλιπτικής», όπως τη λέει, μιας γυναίκας που υποφέρει κάθε στιγμή της ζωής της. Θα ήταν εύκολο ένας αναγνώστης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το κείμενο του Γουάλας και που, κυρίως, δεν γνωρίζει ότι ο Γουάλας υπέφερε από νεαρός από κατάθλιψη, ούτε ότι τελικά υπέκυψε σε αυτή την κατάθλιψη σφίγγοντας μια θηλιά γύρω από τον λαιμό του, να θεωρήσει ότι το να χαρακτηρίζει την ηρωίδα του «καταθλιπτική» αποτελεί μια ανούσια διακωμώδηση. Αυτός είναι, όμως, ο τρόπος του.

Επικοινωνεί τον πόνο (που τόσο μοιάζει με τον δικό του πόνο) μέσω ενός προκλητικού, μαύρου χιούμορ. Σε ένα σημείο απαριθμεί τα φάρμακα που λάμβανε η «καταθλιπτική» αλλά σημειώνει ότι «τίποτα από όλα αυτά δεν είχε προκαλέσει κάποια σημαντική ανακούφιση από την οδύνη και τα συναισθήματα ψυχικής απομόνωσης, που καθιστούσαν κάθε ώρα της καταθλιπτικής, ενόσω ήταν ξύπνια, μια απερίγραπτη καθημερινή κόλαση». Eνα από τα πιο σημαντικά μυθοπλαστικά κείμενα για την ψυχική υγεία που βρίσκουμε στη σύγχρονη πεζογραφία.