ΒΙΒΛΙΟ

Θεραπευτική συνταγή με λήψη Ορφέα και Μαντελστάμ

xamena

ΛΕΝΙΑ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ
Αίθουσα των χαμένων βημάτων
26 Ασκεπείς λυγμοί
εκδ. Πόλις, σελ. 50

Η Λένια Ζαφειροπούλου (γεν. 1979) επιβεβαιώνει με το τρίτο αυτό βιβλίο της ένα εκτόπισμα, όχι πια απλώς υποσχόμενο, αλλά ήδη σημαντικό. Στα επτά χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη συλλογή της (2012, «Paternoster Square», εκδ. Πόλις) άσκησε με επιμονή το γλωσσικό εργαλείο της. Πλήθος μεταφράσεων, από τους Γκαίτε – Χάινε μέχρι τα σαιξπηρικά σονέτα, και από τον Πούσκιν μέχρι τον Ζέμπαλντ, και ένα δεύτερο ποιητικό βιβλίο (2016, «Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες», εκδ. Πατάκη) συνέβαλαν ώστε η ακάματη μονωδός, μεταφράστρια και ποιήτρια να αποκρυσταλλώσει ύφος και τόνο. Το μείγμα μιας μπαρόκ ιδιοσυγκρασίας με πινελιές αφηρημένου εξπρεσιονισμού είναι στη Ζαφειροπούλου φυσικό, τόσο που η μετάγγισή του στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα σχεδόν ξαφνιάζει. Αλλά στην επιτυχή μετάγγιση οφείλεται η φυσικότητα, δηλαδή η ωριμότητα και όχι πλέον η εκζήτηση, την οποία απολαμβάνουμε στην τρίτη αυτή συλλογή. Αποτελεί, μαζί με μια πλούσια, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έκτυπη διακειμενικότητα, ίδιον όχι μόνο της ποιήτριας αλλά ενός ολόκληρου καινούργιου ρεύματος στην ελληνόφωνη ποίηση, που με ευκολία χωνεύει το οικουμενικό, αναπλάθοντάς το σε εθνική ιδιόλεκτο. Η Ζαφειροπούλου, βέβαια, έθεσε εξαρχής ψηλά τον πήχυ, αναλαμβάνοντας όγκους πολιτισμικής κριτικής και θεμελιωδών υπαρξιακών στοιχημάτων. Αν στην πρώτη συλλογή της εξέπεμψε σήμα καπνού από το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα, στη δεύτερη τρέκλισε κάτω από το βάρος του. Στην υπό συζήτηση συλλογή καταφέρνει να το ισορροπήσει εντυπωσιακά.

Ποιος σημερινός εραστής των στίχων δεν θα υποκλιθεί αλλά και ποια ποιήτρια ή ποιητής δεν θα ζηλέψει μπροστά στην υβριδική μορφή του Ορφέα – Οσιπ (Μαντελστάμ), ντυμένου βιβλικό χιτώνα, με τον οποίο διαρκώς συνομιλεί ένα ερμαφρόδιτο, ειρωνικό και απελπισμένο ποιητικό εγώ; Το 17ο από τα άτιτλα αριθμημένα 26 ποιήματα της συλλογής, για την κάθοδο στον Αδη του Ορφέα – Μαντελστάμ, με τη βοήθεια του μεγαλειωδώς απολιθωμένου Μπορίς Παστερνάκ (πρωταγωνιστής, αυτός ο τελευταίος, στο 10ο ποίημα, που ευφυώς συνδέει τους σοβιετικούς λογοτεχνικούς συνέδρους με το απρόσωπο πλήθος της διαδικτυακής επικοινωνίας) είναι ένα πραγματικά συγκλονιστικό ποίημα της καινούργιας ελληνικής ποίησης. Το εύρημα του Ορφέα, του αρχετυπικού ποιητή που με μοντερνιστικό δυναμισμό σκηνοθέτησε ο Ρίλκε την κάθοδό του στον Αδη ως «το» σύγχρονο δράμα ανάμεσα στον άντρα, τη γυναίκα και τον Θεό, γονιμοποιείται από την πένα της Ζαφειροπούλου ιστορικά και πολιτικά, με τη βοήθεια του Ρωσοεβραίου ποιητή Μαντελστάμ (1891-1938), που μαρτύρησε στα σταλινικά γκουλάγκ. Φυσικά, το ότι μια νέα

Ελληνίδα ποιήτρια χρησιμοποιεί ειδικά τους Ρώσους αντιφρονούντες, λιγάκι όπως ο Καβάφης τους Ρωμαίους του, δικαιούμαστε να μας υποψιάζει ποικιλοτρόπως, μέσα στη σύγχρονη ελληνική συνθήκη.
«Πώς φτιάχνουν την ορμή στις μαρμαρένιες φούστες/ όταν τ’ αγάλματα πρέπει να τρέξουν/ – Ιφιγένεια που τρέχει να γλιτώσει απ’ τη θεά ή Απτερος Νίκη./ Πρόσφατα μάζεψα ένα κομμάτι ιπτάμενου χιτώνα απ’ τον σπασμένο/ άγγελο στο κοντινό νεκροταφείο./ Εφηβος, σκέφτηκα, είχα κι εγώ ένα τέτοιο ρούχο./… /Ενας μας είχε την οργή, άλλος τη χλεύη, ο τρίτος πόθο ερωτικό./ Πίσω μας τα φορέματά μας ανέμιζαν ακίνητα με πέτρινες πτυχώσεις» (ποίημα υπ’ αρ. 20). Και πιο κάτω, στο 23: «Πώς γίνεται να αγνοούμε τα στοιχειώδη,/ παρόλο που σηκώθηκε ο Λάζαρος;/

Κανείς δεν σκέφτηκε να τον ρωτήσει;» Η σχέση με τον θάνατο είναι η λυδία λίθος του δυτικού πολιτισμού, και η Ζαφειροπούλου θυμίζει με πάθος αυτό που δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε: την ποίηση (και την τέχνη) ως διαρκή, γενναία και θεραπευτική διαμεσολάβηση ανάμεσα σε μας και στην ταπεινότατη κοινή μας μοίρα.