ΒΙΒΛΙΟ

Μυθιστόρημα καθαρής, γυμνής μνήμης

shutterstock-1406280731

ΝΑΤΑΛΙΑ ΓΚΙΝΖΜΠΟΥΡΓΚ
Οικογενειακό λεξικό
μτφρ. Βασιλική Πέτσα,
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 352

Η Ιταλίδα συγγραφέας Ναταλία (Λέβι) Γκίνζμπουργκ (1916-1991) όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Οικογενειακό λεξικό» (1963), η ίδια το αποκάλεσε «μυθιστόρημα καθαρής, γυμνής, ακάλυπτης δεδηλωμένης μνήμης». Με το ιδιαίτερο ύφος της, γνωστό στην ιταλική βιβλιοκριτική ως «γκινσμπουργκικό», κατέγραψε πραγματικά γεγονότα που έζησε μαζί με την εβραιοκαθολική της οικογένεια στο Τορίνο, υπό το καθεστώς του δικτάτορα Μουσολίνι.

Αποτύπωσε θραύσματα αναμνήσεων του πατέρα της Τζουζέπε Λέβι, της μητέρας Λίντια, των τριών αδελφών Τζίνο, Μάριο, Αλμπέρτο και της αδελφής της Πάολα με επαναληπτικά μοτίβα (Leitmotive) συγκεκριμένων φράσεων, συμπεριφορών ή συνηθειών, διαμορφώνοντας τα πορτρέτα των χαρακτήρων τους. Σκοπός της αφηγήτριας είναι να εξιστορήσει τα οικογενειακά δρώμενα, ξεκινώντας από την οπτική της ως μικρού κοριτσιού, κατόπιν νέας κοπέλας και τέλος γυναίκας και μητέρας.

Ο πατέρας της Ναταλίας, ερευνητής και καθηγητής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο παρουσιάζεται ως ένας φωνακλάς, ζοχάδας πάτερ φαμίλιας που καλλιεργεί στην οικογένειά του μια αστική ρουτίνα: εκδρομές για ορειβασία και σκι το καλοκαίρι, φιλίες με μέλη πλούσιων οικογενειών, επισκέψεις σε σαλόνια και γεύματα με καθηγητές. Η μητέρα του Τζουζέπε Λέβι, γόνος Εβραίων μεγαλοαστών, επισκέπτεται συχνά την οικογένεια, μεταφέροντας μια παράδοση αβρών τρόπων.

Η Μιλανέζα μητέρα της Ναταλίας, αισιόδοξη και καλοπροαίρετη, τραγουδάει όπερα, απαγγέλλει ποίηση, νοσταλγεί τον καλλιτέχνη αδελφό της που αυτοκτόνησε και οργανώνει διαρκώς το σπίτι με μοδίστρες και υπηρέτριες για τις ανάγκες της οικογένειας.

Οι ήρωες της προσωπικής ιστορίας της Γκίνζμπουργκ εμπλέκονται στα τρέχοντα σκηνικά της Ιστορίας. Βρισκόμαστε στην εποχή της εδραίωσης του φασισμού. Η οικογένεια Λέβι ανήκει στην κάστα μιας πεφωτισμένης μπουρζουαζίας προσκείμενης στον σοσιαλισμό. Τα μεγαλύτερα αδέλφια οργανώνονται ολοένα περισσότερο σε αντιφασιστικές ομάδες. Η Ναταλία σταδιακά συνειδητοποιεί τις έννοιες «συνωμότης» και «συνωμοσία». Η πλοκή κλιμακώνεται καθώς στενοί φίλοι της οικογένειας, οι περισσότεροι από αυτούς αντιφρονούντες φυγάδες, αυτοεξόριστοι, με έντονη αντιφασιστική δράση συναθροίζονται στο σπίτι τους. Ανάμεσά τους και ο Φίλιππο Τουράτι (1857-1932), δημοσιογράφος και πολιτική μορφή της Ιταλίας, συνιδρυτής το 1892 στη Γένοβα του Κόμματος των Ιταλών Εργατών.

Στα παιδικά μάτια της αφηγήτριας ο Τουράτι αποτελεί γρίφο. Θυμάται «υψωμένες φωνές και μακρόσυρτες συζητήσεις και τίποτε άλλο» στο καθιστικό του σπιτιού της, όταν εκείνος αναγκάστηκε καταδιωκόμενος να φιλοξενηθεί και να κρυφτεί εκεί. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αφηγήτρια επιλέγει να περιγράψει επακριβώς το συμβάν μέσα από τη φωτογραφική της μνήμη, παρά να επινοήσει στιχομυθίες που δεν ειπώθηκαν πραγματικά.

mythistorima-katharis-gymnis-mnimis0
Το εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ο μεγάλος αδελφός της Τζίνο θα δουλέψει στο εργοστάσιο της οικογένειας των Ιταλοεβραίων Ολιβέτι. Ο μικρότερος, ατίθασος Μάριο θα συναναστραφεί στην εξορία του τον φιλόσοφο Αντρέα Κάφι (1887-1955), πνεύμα φιλελεύθερο και ασυμβίβαστο. Η Ναταλία ενήλικη πλέον, μέσα από τον ευρύτερο αντιφασιστικό κύκλο θα γνωρίσει τον πανεπιστημιακό Λεόνε Γκίνζμπουργκ, μετέπειτα σύζυγό της, τον οποίο θα ακολουθήσει μαζί με τα παιδιά τους στην εξορία. Ο Λεόνε θα πεθάνει από τα βασανιστήρια των ναζί στις φυλακές της Ρώμης.

Το εκτενές επίμετρο του Ντομένικο Σκάρπα περιέχει αποσπάσματα από δημοσίευση της Οριάνα Φαλάτσι. Στη δημοσιογράφο εντυπώνεται ο γοργός ρυθμός ομιλίας της Γκίνζμπουργκ που μοιάζει με τον γοργό, γοητευτικό ρυθμό της γραφής της στο «Λεξικό». Επίσης, ο Ιταλο Καλβίνο σχολιάζει στο «αυτί» της έκδοσης του 1963 το πόσο περίτεχνα η συγγραφέας παρατάσσει διάσημες προσωπικότητες της πολιτικής, λογοτεχνικής και πανεπιστημιακής ζωής με άσημους συγγενείς της, χωρίς ν’ αφήσει τα πάθη, τους διωγμούς, το αίμα και τις τραγωδίες να καταστρέψουν την ήρεμη εξιστόρηση των γεγονότων.

Με μια ιδιότυπη στωικότητα η Ναταλία θα περιγράψει τα μπλεξίματα της οικογένειας και των φίλων της με τη μυστική αστυνομία του φασιστικού καθεστώτος, ή τους βομβαρδισμούς όπως θα τους βιώσει ο εκκεντρικός πατέρας της, που τρέχει σπίτι του να καλυφθεί, αντί στο καταφύγιο.

Δεν θα ξεχάσει να αφηγηθεί το χρονικό του εκδοτικού οίκου Εϊνάουντι όπου εργάστηκε. Τη φιλία της με τον διανοούμενο ποιητή Τσέζαρε Παβέζε και το πώς μόνος του, μεθοδικά και ήσυχα, θα δώσει τέλος στη ζωή του. Δεν θα ξεχάσει ποτέ τη ζοφερή μέρα που ο θαυμαστής του Παβέζε, οραματιστής βιομήχανος Αντριάνο Ολιβέτι, με «εκείνη την έκφραση αναστάτωσης, τρόμου και αγαλλίασης που έπαιρνε όταν οδηγούσε κάποιον στη σωτηρία», τη φυγάδεψε, γλιτώνοντάς την από την σύλληψη και τον βέβαιο θάνατο.