ΒΙΒΛΙΟ

Συνεχίζοντας την παράδοση της «Κ»

img-3154

Η πρώτη αντίδραση του αναγνώστη μπορεί να είναι μια γκριμάτσα που ερμηνεύεται ως: «Καλά τώρα, δημοσιογράφοι/συγγραφείς. Ευλογούν τα γένια τους». Ομως, στα κείμενα που έγραψαν οι τέσσερις συνάδελφοι στην «Κ» ο ένας για τον άλλον, ο ένας για το βιβλίο του άλλου, βλέπεις ειλικρίνεια στην αποτίμηση, εκτίμηση για το αποτέλεσμα. Ο Νίκος Βατόπουλος, η Τασούλα Επτακοίλη, η Ξένια Κουναλάκη και ο Ηλίας Μαγκλίνης έχουν ένα κοινό μεταξύ τους: καταγράφουν. Με τον τρόπο του ο καθένας φυσικά. Παρατηρούν, επεξεργάζονται, μεταβολίζουν τα γεγονότα. Είναι πρώτα δημοσιογράφοι, που συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, της «Κ», μιας εφημερίδας με ισχυρή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, που ανέδειξε και φιλοξένησε σημαντικά ονόματα της λογοτεχνίας. Την παράδοση αυτή συνεχίζουν οι τέσσερις εκλεκτοί συνάδελφοι. Και δεν είναι οι μόνοι. Αλλοι έχουν προηγηθεί, κάποιοι συμπορεύονται, και υπάρχουν κι εκείνοι που θα ακολουθήσουν.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ
Οι πόλεις μας με άλλη ματιά

synechizontas-tin-paradosi-tis-k0

Πότε μια πόλη είναι όμορφη και πότε άσχημη; Ποιες σταθερές ή μεταβλητές το ορίζουν; Κι αν οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους, τι σημαίνει το ένα ή το άλλο για τους κατοίκους τους; Σκέφτομαι αυτά ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Νίκου Βατόπουλου «Οπου και να ταξιδέψω: Περπατώντας σε 24 πόλεις» (εκδόσεις Μεταίχμιο) και τον φαντάζομαι να περιδιαβαίνει τους δρόμους της Πάτρας, των Τρικάλων ή της Φλώρινας, με το σακίδιό του περασμένο στον ώμο, τη φωτογραφική μηχανή του στα χέρια – άοκνος περιηγητής στη χώρα του. Τι προσπαθεί να δει, άραγε; Την Ελλάδα όπως την πρωτοαντίκρισε ως παιδί από την πίσω θέση του αυτοκινήτου του πατέρα του; Ο Νίκος στρέφει τον φακό του σε δρόμους και πλατείες, σε ετοιμόρροπα σπίτια, εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και χορταριασμένες αυλές. Ενα παλιό καφενείο, ένα μπρούντζινο ρόπτρο, ένα πληγωμένο ακροκέραμο γίνονται αφορμή για μια συναρπαστική αφήγηση, όπου το αρχιτεκτονικό απόθεμα της χώρας συνδιαλέγεται με την συχνά κάκιστη οικιστική εξέλιξη, η αστική αναγέννηση του Μεσοπολέμου με τα εγκλήματα της αντιπαροχής.

Μέσα από αυτή τη συνάντηση με το πρωτογενές, το ωραίο και το άσχημο γίνονται αντιληπτά ως βίωμα. Δεν έχει σημασία αν οι πόλεις είναι όμορφες ή όχι. Τα στερεότυπα ραγίζουν. Αλλού πέφτει το βάρος: στην ανάκληση, στην επανασύνδεση, στην ερμηνεία. Ο Νίκος μας δείχνει την ομορφιά των ελληνικών πόλεων χωρίς να την αποθεώνει· δεν φτιάχνει εικονοστάσι. Καταγράφει την ασχήμια τους, χωρίς να την ειρωνεύεται, αλλά προσπαθώντας να την κατανοήσει. Βάζει τρυφερά το χέρι του πάνω στα σημάδια τους – από τον χρόνο ή τους ανθρώπους. «Καύσιμο» στο ταξίδι του είναι η αγάπη του γι’ αυτόν τον τόπο.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
Με αφορμή έναν φίλο που «έφυγε» νωρίς

synechizontas-tin-paradosi-tis-k1

Υπάρχει κάτι απατηλά ελαφρύ στην επιφάνεια των όσων συμβαίνουν σε αυτό το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε η Ξένια Κουναλάκη. Βέβαια, κάτω από την επιφάνεια, η ιστορία στο «Οξυγόνο» (εκδόσεις Πόλις) εκκινεί από κάτι πολύ σοβαρό: μια απώλεια, τον θάνατο ενός φίλου κατά τη διάρκεια αυτού που υποτίθεται ότι είναι το απαύγασμα της ελληνικής ηδονής, καλοπέρασης και, φυσικά, ευλογημένης ελαφρότητας: των νεανικών καλοκαιρινών διακοπών σε νησί. Κάτω λοιπόν από αυτό το ανάλαφρο, ανέμελο, αεράτο σκηνικό, έχουμε μια απροσδόκητη, βάναυση μύηση στη ζωή, απλώς οι πρωταγωνιστές δεν το ήξεραν τότε. Η παρέα χάνει έναν –κατά τα θρυλούμενα– χαρισματικό, όμορφο, κυρίως αγέραστο φίλο, ο οποίος δεν θα ψηθεί ποτέ στη ζωή, δεν θα έχει ποτέ καμία τριβή, δεν θα πάρει εύστοχες ή άστοχες αποφάσεις, δεν θα εγκλωβιστεί και δεν θα μείνει μόνος ή αδικαίωτος, αλλά θα παραμείνει για πάντα νέος, άφθαρτος και ωραίος στις μνήμες όλων.

Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, και ενόψει ενός άτυπου μνημοσύνου στον τόπο του δυστυχήματος, οι παλαιοί φίλοι, μαζί με τα παιδιά τους πλέον, κυρίως όμως μαζί με τα βαρίδια του χρόνου και των επιλογών (ή μη επιλογών) τους, ξαναζούν το παρόν μέσα από εκείνη την κομβική παρελθοντική στιγμή της αποκοπής με τη νεανική αφέλεια και ανεμελιά. Διαρθρώνοντας αποτελεσματικότατα έναν συνεκτικό αφηγηματικό ιστό μέσα από τις οπτικές γωνίες των διαφορετικών προσώπων (αλλά και των απογόνων τους, καθώς τα παιδιά φωτίζουν την ταυτότητα του γονιού με το δικό τους τρόπο), η Ξένια αποπειράται το μεγάλο άλμα προς το μυθιστόρημα, αποτυπώνοντας ανάγλυφα μια «αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης» στην Ελλάδα της αφθονίας των ’90s, αλλά και σε αυτή της κρίσης, μα από κάτω ελλοχεύει διαρκώς ένα αγκάθι: ποιος έχασε στ’ αλήθεια; Και ποιος κέρδισε; Αυτός που χάθηκε νέος και ωραίος; Αυτός δηλαδή που εντέλει δεν έζησε ποτέ; Ή όλοι εμείς που ζήσαμε, που πληγώσαμε και μας πλήγωσαν; Δυναμικό πρώτο βήμα από μια συγγραφέα που φαίνεται να γνωρίζει καλά το μυστικό της ρέουσας αφήγησης και της υποδόριας συγκίνησης.

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ενα μη προβλέψιμο μυθιστόρημα

synechizontas-tin-paradosi-tis-k2

Σαν μια χειρονομία ενδοσκόπησης και εξωστρέφειας, ταυτόχρονα, το «Κέρμα στον αέρα» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι ένας ανθρωπογενής χάρτης που απλώνεται αργά σαν μελάνι σε χαρτί και αχνοφέγγει στο φως. Το νέο βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη είναι μυθιστόρημα, όχι από τα προβλέψιμα, όχι αυτονόητο ως προς τη δομή ή τη σύλληψη. Εχει σπονδύλους και αρθρώνεται γύρω από τα πρόσωπα μιας οικογένειας σε βάθος χρόνου, διά μέσου των δεκαετιών, πάνω στο σώμα της χώρας, από τη Σάμο ώς τον Πειραιά και τα βουνά της Αλβανίας ώς τα υπερωκεάνια της μετανάστευσης. Η Τασούλα Επτακοίλη μας δίνει μία ιμπρεσιονιστική συλλογική προσωπογραφία πολλαπλών αναγνώσεων με άξονα την ψυχική τομογραφία των ηρώων, πρόσωπα με σάρκα και αίμα, πρόσωπα που συναντιώνται σε κορυφώσεις μεταβολής. Το

«Κέρμα στον αέρα» είναι μια αρμολογημένη εξομολόγηση, μια σπουδή στο μύχιο και μια ελεγεία στο άρρητο. Εκεί, σε αυτό το σημείο καμπής, η Τασούλα Επτακοίλη μιλάει για το ανομολόγητο και το ημιδιάφανο, εμβαθύνει στους κραδασμούς της μιας εκείνης στιγμής, όταν κάτι αλλάζει, σχεδόν τελεσίδικα.

Παρακολουθώντας τη γραφή της Τασούλας Επτακοίλη εδώ και αρκετά χρόνια, εκβάλλοντας πλέον στο «Κέρμα στον αέρα» στέκομαι μπροστά σε μια λογοτεχνία συγκινητικής εντιμότητας. Η αφετηρία της γραφής αυτού του βιβλίου μοιάζει να είναι μια ανάγκη μέσα από την οποία το βίωμα, η μαρτυρία και η μυθοπλασία διαπλέκονται σε μια ενιαία αφήγηση. Ο χρόνος ορίζεται μεν, αλλά η σήμανσή του δεν έχει και τόση σημασία. Οι ήρωες συμπλέουν προς μια κοινή προσωπογραφία. Μέσα από την πολυπλοκότητα, τη μοναδικότητα και την ποικιλία, η Τασούλα Επτακοίλη μιλάει για την τραγωδία και το μεγαλείο του ανθρώπου, της συνθήκης που χωρίς προειδοποίηση μεταβάλλει την καθημερινότητα σε μήτρα ηρωισμού.

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ
Αποκρυπτογραφώντας τη σιωπή και το τραύμα

synechizontas-tin-paradosi-tis-k3

Οταν ο Ηλίας Μαγκλίνης μού είπε ότι το νέο του βιβλίο –«Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδόσεις Μεταίχμιο)– αφορά τη δολοφονία του παππού του από την ΟΠΛΑ στο Αγρίνιο στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, τρόμαξα. Φοβήθηκα ότι θα διχάσει το ελληνικό κοινό και θα δώσει την ευκαιρία στην εθνικόφρονα Δεξιά να πανηγυρίσει μία νέα νίκη κατά της μονοπώλησης της ιστορίας του εμφυλίου από την Αριστερά. Οτι θα αναλάβει το έργο ενός λογοτεχνικού αναθεωρητισμού.

Ο Μαγκλίνης στο βιβλίο του κάνει ακριβώς το αντίθετο. Περιγράφει το τραύμα όχι μόνο με όρους προσωπικούς, όπου η ιδεολογία γίνεται σχεδόν πρόσχημα για τους μικρούς τοπικούς εμφυλίους, αλλά υπογραμμίζει παράλληλα και την τυχαία διάσταση των οικογενειακών τραγωδιών.

Ο παππούς του Ηλία είχε αποχωρήσει από τον ΕΔΕΣ λίγο προτού δολοφονηθεί. Ισως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι η σιωπή. Η σιωπή που κυριαρχεί στην οικογένεια γύρω από το τραύμα, το άφατο συμβάν. Το σχήμα αυτό, της σιωπής, την οποία καλείται να λύσει ο εγγονός μέσα από την αυτοσχέδια ιστορική έρευνα, το συναντάμε και στους «Χαμένους» του Ντάνιελ Μέντελσον (εκδ. Πόλις), καθώς και στο αυτοβιογραφικό έργο του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ, «Οσα δεν είπες» (εκδ. Αγρα). Μέσα από την αναζήτηση αυτοπτών μαρτύρων και ντοκουμέντων ο Μαγκλίνης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τη σιωπή αυτή και να αποκαταστήσει έτσι τη σχέση του με τον πατέρα και εκείνου με τον δικό του μπαμπά. Να βάλει το τραύμα σε λέξεις για να το καταλάβει και να αφομοιώσει τη βαριά πατρική κληρονομιά.

Ως ιντερμέδια παρεμβάλλονται μικρές αστρονομικές παρατηρήσεις, αφιερωμένες στον αδελφό του Ηλία, που είναι ο πρώτος που εισάγει το τηλεσκόπιο στην οικογένεια, το δικό του εργαλείο για τη σύνδεση με τον ωσεί απόντα και ιπτάμενο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μπαμπά. Η λιτή, συχνά δημοσιογραφική αφήγηση, που διατρέχει στην αρχή το κείμενο γίνεται σπαρακτική στη συνέχεια, στις προσωπικές στιγμές και στοχαστική στο τέλος ως έναυσμα για μια αποτίμηση της σχέσης του συγγραφέα με την Ελλάδα. Πρόκειται –κατά τη γνώμη μου– για ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία των τελευταίων ετών στη χώρα μας.