ΒΙΒΛΙΟ

Ιστορία μιας οικογένειας, ιστορία μιας χώρας

gkkt_10_0501_page_1_image_0001

Αν η πτώση του Τείχους του Βερολίνου στις 9 Νοεμβρίου 1989 ορίζει συμβολικά και πραγματικά το τέλος του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, η ίδια η ανέγερσή του πάντως, τον Αύγουστο του 1961, συμβόλισε ήδη την αποτυχία του: αν η Ανατολική Γερμανία ήταν ο σοσιαλιστικός παράδεισος, τότε το Τείχος θα έπρεπε να το είχε υψώσει η Δυτική Γερμανία, για να εμποδίσει τους πολίτες της να μεταναστεύουν μαζικά εκεί από την καπιταλιστική κόλαση, όπου ήταν καταδικασμένοι να ζουν. Η 9η Νοεμβρίου 1989 έχει καταριθμηθεί πλέον στις μεγάλες ημερομηνίες της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ού αιώνα και έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες για τη σημασία της. Το βιβλίο του Μαξίμ Λέο (γενν. 1970) «Ψηλά τις καρδιές. Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία» (Δώμα, 2019) είναι από ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει για τη μέρα αυτή, αλλά και γενικότερα για τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ). Αποκαλύπτει με τον πιο διαυγή τρόπο αυτό που ήταν η ΛΔΓ, χωρίς να ανεμίζει καμιά ιδεολογική σημαία. Ο Λέο μιλάει για αυτήν χωρίς εμπάθεια, σχεδόν με τρυφερότητα, αφού η ιστορία της ΛΔΓ είναι η ιστορία της οικογένειάς του.

Ο συγγραφέας δεν είχε γεννηθεί όταν χτίστηκε το Τείχος και ήταν δεκαεννιά χρόνων όταν έπεσε. Εζησε δηλαδή πίσω από το Τείχος μέχρι την ενηλικίωσή του. Ο παππούς του από τη μεριά της μάνας του, Εβραίος και κομμουνιστής, που πήρε μέρος στη γαλλική αντίσταση, χαιρέτισε την ανέγερση του Τείχους, γιατί προάσπιζε τη χώρα από τον φασισμό. Υπέρμαχος του ανατολικογερμανικού καθεστώτος μέχρι τέλους, θεωρεί την επανένωση της Γερμανίας εφιάλτη (σ. 330). Το ίδιο υπέρ του καθεστώτος είναι και ο άλλος παππούς, από τη μεριά του πατέρα του, ο μικρός ναζιστής που με ευκολία έγινε ένας μικρός σταλινικός. Η μάνα του αφηγητή πιστεύει ειλικρινά ότι στη χώρα οικοδομείται ο σοσιαλισμός. Ο μόνος που τηρεί αποστάσεις από το καθεστώς είναι ο πατέρας του αφηγητή, ζωγράφος.

Η ΛΔΓ ήταν ένα βασίλειο του ψέματος, που μηχανευόταν διαρκώς τρόπους να κρύβει την αλήθεια, που αρνιόταν την πραγματικότητα. Το κόμμα έλεγε ψέματα, οι πολίτες έκαναν ότι τα πίστευαν και κυρίως έπρεπε να τα λένε και αυτοί με τη σειρά τους όπου χρειαζόταν, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Η κατήχηση των κατοίκων στα ψέματα αυτά ξεκινούσε από τα παιδικά τους χρόνια, μέσα στις σχολικές αίθουσες: ιδού, γραμμένοι στον πίνακα, οι δέκα λόγοι για την υπεροχή του σοσιαλισμού ή τα πέντε σημαντικότερα σημεία του προγράμματος του Κόμματος. «Ακεφοι δάσκαλοι έγραφαν τους πίνακες στον μαυροπίνακα, άκεφοι μαθητές τούς έγραφαν στα τετράδιά τους, άκεφοι γονείς υπέγραφαν τα διαγωνίσματα. Αυτόν τον σοσιαλισμό έζησα. Φράσεις σε πίνακες» (σ. 229). Ολο τούτο το αράδιασμα ψεμάτων έκανε τους ανθρώπους να μην έχουν κανένα ψυχικό δεσμό με τη χώρα τους, κανένα συναίσθημα, «μόνο ένα είδος μουδιασμένης αδιαφορίας» (σ. 237). Υπάρχει ένα περιστατικό που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την «άρνηση της πραγματικότητας» (σ. 301). Στο τυπογραφείο της Neues Deutschland, κεντρικού οργάνου του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος, υπήρχε υπηρεσία ρετουσαρίσματος, με καθήκον να ρετουσάρει φωτογραφίες που δημοσιεύονταν στο φύλλο. Δουλεύει εκεί ο πατέρας του αφηγητή.

Οταν μια μέρα δεν καταφέρνει να ρετουσάρει καλά τη φωτογραφία του Βάλτερ Ούλμπριχτ, καταφθάνουν την άλλη μέρα δύο άνδρες της Στάζι και τον ανακρίνουν, για να μάθουν ποιος του έδωσε εντολή να ασχημύνει τον γενικό γραμματέα (σ. 81). Δεν μπορούσε ποτέ να ήταν μια απλή κακοτεχνία, κάποιος την είχε υποκινήσει. Ενα καθεστώς του ψέματος, όπου κανείς δεν πιστεύει τίποτε από όσα ακούει ή από όσα λέει, είναι μοιραία ένα καθεστώς καχύποπτο και δύσπιστο απέναντι στους πολίτες του. Το καθεστώς δεν εμπιστευόταν τον λαό, «κυβερνούσε η δυσπιστία» (σ. 214). Εξ ου και οι ασφαλίτες, οι χαφιέδες, η αστυνομοκρατία.

Στο καθεστώς αυτό μπορούσες να ζήσεις χωρίς προβλήματα, αν υποκρινόσουν ότι πιστεύεις τα ψέματά του, «δεν χρειαζόταν να λυγίσεις ή να πουληθείς, αρκούσε απλώς να συμμετέχεις λιγάκι στο μεγάλο θέατρο του σοσιαλισμού» (σ. 86). Ο πιο διαδεδομένος ρόλος σε αυτό το θέατρο ήταν του πληροφοριοδότη της Στάζι, καθώς όλοι παρακολουθούσαν όλους. Οπως διαπιστώνουν εκ των υστέρων οι γονείς του αφηγητή, που μετέχουν σε μια ομάδα συζητήσεων η οποία ασκεί κριτική στο καθεστώς, τέσσερα από τα δέκα μέλη της ήταν πληροφοριοδότες της Στάζι (σ. 246, βλ. και σ. 318). Αν δεν σου έμπαινε ο πειρασμός να πεις την αλήθεια, αν δεν ασφυκτιούσες μέσα σε όλη αυτή τη γελοιότητα και τον καθημερινό κυνισμό, μπορούσες να ζήσεις μια φυσιολογική ζωή, στον οικογενειακό και φιλικό μικρόκοσμό σου. «Τόσο φυσιολογική όσο ίσως θα ήταν και στο Αμβούργο ή τη Βόννη. Τόσο φυσιολογική που μπορούσες να ξεχάσεις τελείως τη Λαοκρατική Δημοκρατία» (σ. 240).

Δεν είναι επομένως να απορεί κανείς που ένα τέτοιο καθεστώς, το οποίο δεν απαιτούσε κανενός είδους πίστη, κατέρρευσε μέσα σε λίγες μέρες χωρίς να το πάρει είδηση κανείς. «Δεν ακούγεται καν μεγάλος κρότος, τα πάντα διαλύονται σχεδόν αθόρυβα, ακόμα και ό,τι πιστεύαμε πως ήταν από μπετόν. Ολα γίνονται τόσο γρήγορα, που κανείς δεν προλαβαίνει να ξαφνιαστεί και να καταλάβει. Σαράντα χρόνια σβήνουν μέσα σε λίγες μέρες» (σ. 319). Ζήτω και πάλι ζήτω η 9η Νοεμβρίου 1989! «Την άλλη μέρα όλα είναι τρομερά φυσιολογικά» (σ. 313).