ΒΙΒΛΙΟ

Ενας απίστευτος βιότοπος

Ενας απίστευτος βιότοπος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ
Σε ποιον ανήκει η κόλαση
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 436

Εξαιτίας μιας περίεργης διένεξης μέσα σε ασανσέρ, δύο άνδρες καταλήγουν σοβαρά τραυματισμένοι. Εκείνος που έφερε τα περισσότερα τραύματα υποστήριζε πως «η κόλαση είναι οι άλλοι», ενώ ο άλλος πίστευε πως «η κόλαση είναι ο εαυτός μας». Παραδόξως, η χειροδικία επιβεβαίωσε το δίκιο του καθενός. Σε άλλον καβγά, ένας άνδρας, περήφανος κάτοχος 6.000 βιογραφιών, επιτίθεται σε κάποιον που, παρά τις ύβρεις, παραμένει ψύχραιμος. Λύνοντας την απορία του επιτιθέμενου, ο άνδρας τού εξηγεί πως «είχε ως αρχή του να μη θυμώνει ποτέ με ηλίθιους» και δεν μπορούσε παρά να είναι ηλίθιος κάποιος που θεωρούσε πως «μέσα σε μόλις τρεις – τέσσερις χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας υπήρχαν έξι χιλιάδες πραγματικά σπουδαία άτομα». Οι 162 ιστορίες του βιβλίου, ιστορίες εξαιρετικές, της εξαίρεσης, διεκτραγωδούν με σαρκαστική θυμηδία κάθε λογής ανθρώπινα παθήματα, από κάθε χρόνο και χώρο της ελληνικής επικράτειας. Αναδιφώντας απίθανα ιδιωτικά δεινά, ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης εξορύσσει το τραγελαφικό στοιχείο της ύπαρξης, την επιρρέπειά της τόσο στο δράμα όσο και στη φαιδρότητα. Φαινομενικά απλός, αλλά πυκνός σε υπαινιγμούς, ο λόγος του υποδέχεται σπαρταριστές παραδοξολογίες, όπου σοβεί ανελέητη η ειρωνεία. Μια άτυχη στον έρωτα γυναίκα, ύστερα από δύο απόπειρες αυτοκτονίας, βρίσκει τον άνδρα της ζωής της, αλλά εξαιτίας του τραγικού, αδόκητου θανάτου της, δεν προλαβαίνει να ζήσει μαζί του. Eνας βιβλιόφιλος αστυνομικός, φανατικός της μυθοπλαστικής αληθοφάνειας, είχε καταστρέψει εκατοντάδες σημειώματα αυτοχείρων, θέλοντας να διασώσει την υστεροφημία τους, καθώς τα ύστατα αποτυπώματά τους του φαίνονταν κακογραμμένα. Η νέμεση της λογοτεχνικής δικαιοσύνης δεν λυπήθηκε ούτε το δικό του επιτάφιο σημείωμα. Eνας πολιτικός, προσπαθώντας να αιτιολογήσει την κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών την περίοδο της κρίσης, καταλογίζει το φαινόμενο στο ύψος των μπαλκονιών.

Οι παλαιότερες πολυκατοικίες της Αθήνας έχουν χαμηλά μπαλκόνια, ακατάλληλα για τον ανεπτυγμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής. Eνας άνδρας καταλήγει στη φυλακή από υπερβάλλοντα ανθρωπισμό. Μολονότι φρόντιζε να αποτρέπει τις πτώσεις απελπισμένων από μια πεζογέφυρα κοντά στο σπίτι του, σε ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις υποβοηθούσε το απονενοημένο άλμα. Στις σελίδες εγκαταβιώνουν ακαδημαϊκοί, διαφημιστές, επιστήμονες, αστυνομικοί, στρατηγοί, ψυχίατροι, δικαστές, κοινοτάρχες, καφετζήδες, ράφτες, τσαγκάρηδες, ποδοσφαιριστές, ένας βιοτέχνης πιάτων για σπάσιμο και ακόμη ένας βιοτέχνης ζαχαρωτών, ανανήψας παιδόφιλος. Η αθλιότερη μοίρα επιφυλάσσεται στους ανθρώπους του πνεύματος. Οι ποιητές, ιδίως, δεινοπαθούν. Eνας ημιφανής ποιητής κατακτά εν ζωή τη μετά θάνατον αναγνώριση, ενώ ένας άλλος καταδύεται καθ’ ύπνους στο σφαγείο του Aδη, υποβιβασμένος στα έγκατα εξαιτίας της αδυσώπητης λογοτεχνικής ιεραρχίας. Eνας νεαρός, που φιλοδοξεί να γράψει φιλοσοφικές πραγματείες πάνω στο άρρητο μυστήριο του είναι, απελπίζεται από τη σιωπή του Βιτγκενστάιν. Eνας άλλος πάσχιζε να εγκλείσει σε έναν τερατώδη τόμο, με τίτλο «Γιατί οι άνθρωποι κάνουν το ένα και το άλλο», το νόημα των ανθρώπινων πράξεων. Κατά τον εγκλεισμό στο ψυχιατρείο μόνο ένα «επειδή» γλιστρούσε από τα χείλη του, ακρωτηριασμένο από κάθε περαιτέρω εξήγηση.

Πνευματώδης, ευφυολόγος και ευρηματικός, επιβάλλοντας στη γλώσσα μια ιλαρότητα που τη διαστίζει η απαισιοδοξία, ο Τζαμιώτης τεμαχίζει αδιάγνωστες παθολογίες σε απολαυστικά πεζά, κατοικημένα από τα πιο «απρόβλεπτα θηλαστικά». Οι άνθρωποι, αμετανόητοι και ονειροπόλοι, δοκιμάζονται σε εξωφρενικές περιπέτειες στην προσπάθειά τους να νοηματοδοτήσουν τη ζωή τους και ο Τζαμιώτης διερευνά με σαρδόνιο βλέμμα αυτή την αλυσιτελή προσπάθεια, αναδεικνύοντας τις φενάκες, που εξαρχής την υπονομεύουν. Η δαιμόνια συναίρεση των ιστοριών φανερώνει την ανορθολογική, ασυνάρτητη και αθεράπευτη συμπτωματολογία της ύπαρξης.