ΒΙΒΛΙΟ

H αποκαλυπτική ακτινογραφία της κρίσης

21s5plf

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΤΣΙΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ
Ζήτημα εθνικής επιβίωσης
εκδ. Κριτική

Ολα όσα αγαπούν να μισούν οι Ελληνες συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο των Κωνσταντίνου Γάτσιου και Δημήτρη Α. Ιωάννου. Συνιστούν να βλέπουμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Επισημαίνουν ότι η χώρα πέρασε την κρίση συζητώντας και διαφωνώντας με τους ξένους πιστωτές, χωρίς να προτείνονται «δικές μας» λύσεις, ενώ το πρόβλημα ήταν δικό μας. Και σαν να μη φθάνουν όλα αυτά οι συγγραφείς προτείνουν να αλλάξουμε κατεύθυνση, να πάμε στην αντίθετη, και η χώρα να μετασχηματιστεί σε παραγωγική. Ο Κωνσταντίνος Γάτσιος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρύτανης την κρίσιμη περίοδο 2011-2015 και ο Δημήτρης Α. Ιωάννου, γνωστός οικονομολόγος και αναλυτής. Μεγάλο μέρος του πονήματος είναι άρθρα που είχαν δημοσιευθεί στο παρελθόν, αλλά παραδόξως η συγκέντρωσή τους σε βιβλίο δεν είναι ούτε ανιαρή επανάληψη όσων γνωρίζουμε ούτε άσχετη παράθεση σκόρπιων ιδεών. Κατάφεραν να παρουσιάσουν ένα εύκολο στο διάβασμα βιβλίο που αποτελεί ακτινογραφία της οικονομικής κρίσης τη δεκαετία που πέρασε.  Η ακτινογραφία, ως μέθοδος γραφής,  λειτουργεί, αρχικά, σε πρώτη ανάγνωση. Οποιος όμως θέλει να εμβαθύνει πρέπει να ακολουθήσει τις σκέψεις των συγγραφέων. Μια ριζοσπαστική ανάλυση της πραγματικότητας, η οποία όμως γίνεται με ανεπαίσθητη αίσθηση διδαχής που δεν κουράζει προβάλλοντας «θέσφατα». Παρουσιάζει τη βαθιά κρίση της οικονομίας, προσπαθώντας να απελευθερώσει τη σκέψη.

Το αναπάντεχο είναι ότι δύο οικονομολόγοι προτείνουν μια σχεδόν ψυχαναλυτική προσέγγιση. Να πάψουμε να κατηγορούμε εαυτούς και άλλους για μειονεκτήματα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε. Να αποδεχθούμε λάθη και να αναλάβουμε υπεύθυνα να τα ξεπεράσουμε. Αυτή όμως η πορεία αυτογνωσίας σημαίνει να αλλάξουμε το οικονομικό μοντέλο στο οποίο μάθαμε να ζούμε. Να πάψουμε να είμαστε χώρα «ατελώς παραγωγική» προσανατολισμένη «στην κατανάλωση». Οι συγγραφείς μάλλον ζητάνε πολλά καθώς προτείνουν να αγαπήσουμε την «παραγωγική δημιουργία» περισσότερο από την «καταναλωτική χρήση». Να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, να γίνουμε περισσότερο αισιόδοξοι.  Στη ρίζα των σημερινών προβλημάτων τοποθετούν τον τρόπο αλλά και τα συμφέροντα που επικράτησαν στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια ελεγχόμενη οικονομία γεμάτη περιορισμούς σε κάποιους τομείς και πλήρη ασυδοσία σε άλλους προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι νικητές του Εμφυλίου. Η κατάσταση δεν άλλαξε ουσιωδώς ούτε τις επόμενες δεκαετίες οπότε δομήθηκε ένα κράτος για την εξυπηρέτηση προνομιούχων. Αυτοί που κέρδιζαν από την «απομυζητική» (extractive) οικονομία δεν ήταν η πλειοψηφία του πληθυσμού αλλά δυναμικές μειοψηφίες όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι, χρήσιμες ομάδες όπως κάποιοι φορείς «κλειστών επαγγελμάτων» και φυσικά μια «επιχειρηματική τάξη» που κέρδιζε από έναν συνδυασμό προστατευτισμού,  κρατικών ελέγχων και πολιτικών επιλογών.

Η απομάκρυνση από μια ανάπτυξη «ενσωματικού» τύπου (inclusive) που θα έφερνε στο προσκήνιο παραγωγικές δυνάμεις, οδήγησε σε παρανοήσεις που επιβάρυναν την οικονομική κρίση. Επικράτησαν λάθος αντιλήψεις όπως η προστασία όχι του μεμονωμένου πολίτη αλλά της συγκεκριμένης θέσης εργασίας. Αντί να οπλίζονται οι πολίτες με εφόδια και χρήσιμες δεξιότητες, φρόντιζαν να τους εξασφαλίσουν «διά βίου» απασχόληση. Η επίσημη οικονομική πολιτική δεν υποστήριζε τα συμφέροντα των καταναλωτών για όσα προσφέρουν ιδιωτικές ή κρατικές εταιρείες, αλλά στήριζε τα συμφέροντα των παραγωγών τους στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός και η απρόσωπη αγορά είχαν περιορισμένες δυνατότητες να διαμορφώσουν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, το κενό καλυπτόταν με πολιτικές επιλογές. Πρακτική που ακολουθήθηκε και την περίοδο της κρίσης όταν η «πρώτη φορά Αριστερή» κυβέρνηση εκδήλωνε επιχειρηματικές προτιμήσεις. Το βιβλίο δεν είναι οικονομικό σύγγραμμα και δεν απαιτεί από τον αναγνώστη ειδικές γνώσεις. Προσφέρει όμως και μια χρήσιμη «αριθμητική» που εξηγεί την πραγματικότητα και ανατρέπει ψευδαισθήσεις. Οπως ότι τη μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους δεν την καρπώθηκαν οι πολίτες: «Το κατά κεφαλήν χρέος του Ελληνα πολίτη αυξήθηκε την περίοδο 2003-2010 κατά 90% προκειμένου να αυξηθεί το εισόδημά του μόνον κατά 30%».

Τις τάσεις ανάμεσα στην κατανάλωση και την αποταμίευση: «Η ελληνική κοινωνία καταναλώνει το 90% του ΑΕΠ και αποταμιεύει μόνο το 10%, ενώ οι αντίστοιχοι μέσοι όροι της Ευρωζώνης είναι 75% και 25%». Το βιβλίο, παρά το σκουρόχρωμο, «βαρύ» εξώφυλλο δεν πρέπει να φοβίζει ότι αποπνέει κατήφεια και μελαγχολία. Μπορεί να θεωρηθεί και αισιόδοξο με την έννοια ότι υποδεικνύει μια κατεύθυνση που παρότι μας «ξεβολεύει», προδιαγράφει ένα καλύτερο μέλλον. Ισως επειδή το ένα είναι προϋπόθεση του άλλου.