ΒΙΒΛΙΟ

Η μεταμόρφωση του Μυστρά

Η μεταμόρφωση του Μυστρά

ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ-ΚΙΖΗ
Η Φράγκικη Πρόκληση στον Βυζαντινό Μυστρά.
Περίβλεπτος και Παντάνασσα
εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 513

Από τον Περικλή και τον Παρθενώνα στον Καρακάλλα και τις Θέρμες, από τον Ιουστινιανό και την Αγιά Σοφιά στον Μιτεράν και την Grande Arche, η παραγωγή δημόσιας αρχιτεκτονικής υπήρξε, διαχρονικά, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική εξουσία. Η Ασπασία Λούβη-Κίζη, εξέχουσα βυζαντινολόγος και βαθιά γνώστρια της αρχαιολογίας του Μυστρά, στο βιβλίο της «Η Φράγκικη Πρόκληση στον Βυζαντινό Μυστρά. Περίβλεπτος και Παντάνασσα», που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών ανιχνεύει αυτή ακριβώς τη σχέση ανέγερσης εμβληματικών κτιρίων ως συμβόλων προβολής, ισχύος και πολιτικής προπαγάνδας, παρακολουθώντας τη μεταμόρφωση του Μυστρά από έδρα του τοπάρχη του Βυζαντινού αυτοκράτορα σε προβεβλημένη πρωτεύουσα μιας νέας κρατικής οντότητας, του Δεσποτάτου του Μοριά κατά τον 14ο αιώνα.

Πρωταγωνιστές αυτού του σχεδίου είναι ο πρώτος ηγεμόνας του Δεσποτάτου, Μανουήλ Καντακουζηνός (1349-1380), γιος του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄, και η σύζυγός του Ισαβέλλα de Lusignan, μέλος της ομώνυμης γαλλικής βασιλικής οικογένειας της Μικρής Αρμενίας και της Κύπρου.

Από το σύνολο της αρχιτεκτονικής παραγωγής του δεσποτικού ζεύγους που διαμόρφωσε τον Μυστρά σε κέντρο εξουσίας, η Α. Λούβη-Κίζη εμβαθύνει στην ανάλυση δύο εμβληματικών της ναών, της Περιβλέπτου και της Παντάνασσας, προτείνοντας ρηξικέλευθες αναθεωρήσεις της σύνθετης οικοδομικής ιστορίας τους, ιδίως για το δεύτερο μνημείο.

i-metamorfosi-toy-mystra0

Εκτός όμως από την προβολή ισχύος, τα οικοδομικά προγράμματα του Μανουήλ και της Ισαβέλλας υπηρετούν και άλλες πολιτικές στοχεύσεις. Οπως τεκμηριώνει η Α. Λούβη-Κίζη, στην αρχιτεκτονική παραγωγή τους έχουν ενσωματωθεί στοιχεία της φραγκικής, δηλαδή της δυτικής ή γοτθικής τέχνης, ξένα με την τοπική βυζαντινή παράδοση. Η συγγραφέας διακρίνει μάλιστα μια αυτοτέλεια στην εισαγωγή αυτών των μοτίβων, και τα αποσυσχετίζει από τη φραγκοβυζαντινή παραγωγή του γειτονικού σταυροφορικού πριγκιπάτου της Αχαΐας, όσο και από μεταγενέστερες δυτικές επιρροές στον Μυστρά, όπως η πτέρυγα της αίθουσας του θρόνου στα παλάτια. Αντίθετα, συγκρίνει τα γοτθίζοντα στοιχεία του Μυστρά με τη δυτική τέχνη της Κύπρου των Lusignan και υποστηρίζει την καταλυτική συμβολή της Ισαβέλλας στην εισαγωγή τους στην Πελοπόννησο. Αυτά τα δυτικά στοιχεία που κοσμούν στις όψεις τα κωδωνοστάσια και τους πύργους, συνδυάζονται με τα βυζαντινά και συγκροτούν, κατά την Α. Λούβη-Κίζη, μια εμπράγματη έκφραση της φιλοδυτικής πολιτικής του δεσποτικού ζεύγους, η οποία εναρμονίζεται δυναμικά με την αντίστοιχη τάση της αυτοκρατορικής πολιτικής που εκπορεύεται από την Κωνσταντινούπολη. 

Στον σύνθετο, κατακερματισμένο και πολυπολικό κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου στις παραμονές της οθωμανικής κατάκτησης, η μελέτη φωτίζει τον ρόλο του Μυστρά ως περιφερειακού κέντρου εξουσίας και συμβάλλει ουσιαστικά στην επανερμηνεία του. Ας σημειώσουμε εδώ ότι η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας το 1922 και η απώλεια κάθε ελπίδας ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης, του επί 1.500 χρόνια εθνικού κέντρου του μεσαιωνικού ελληνισμού, είχε ως αποτέλεσμα την αναζήτηση, από το συλλογικό φαντασιακό, μέσα από μηχανισμούς αντιστάθμισης, προβολής και μετάθεσης, υποκατάστατου της Βασιλεύουσας Πόλης στα εδάφη της σημερινής Ελλάδας. Το βαρύ συμβολικό φορτίο το ανέλαβε ο Μυστράς με αποτέλεσμα να προκληθούν στρεβλώσεις, τόσο στην ερμηνεία των υλικών του καταλοίπων, όσο και στον τρόπο διαχείρισης, ανάδειξης και αναστήλωσης του μνημειακού του αποθέματος, οι οποίες θεραπεύονται μόνο με την εμβριθή ανάλυση των μνημείων, όπως το κάνει η Α. Λούβη-Κίζη στο βιβλίο της.  

* Ο δρ Δημήτρης Αθανασούλης είναι έφορος Αρχαιοτήτων Κυκλάδων.