ΒΙΒΛΙΟ

Στην Ελλάδα του 2015 είδα τον εαυτό μου το 1989

ap_6111251226

«Κι εγώ ο ίδιος απορώ. Δεν ξέρω πώς συνέβησαν όλα αυτά, πώς εξαφανίστηκε από μέσα μου ο Ανατολικογερμανός. Πώς έγινα Δυτικογερμανός. Πρέπει να ήταν μια ύπουλη διαδικασία, όπως γίνεται με αυτές τις μεταδοτικές τροπικές ασθένειες, που εξαπλώνονται στο σώμα επί χρόνια χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς και κάποια στιγμή παίρνουν τον έλεγχο. Η καινούργια εποχή άλλαξε τον δρόμο μου, αλλά κι εμένα τον ίδιο. Δεν χρειάστηκε να μετακινηθώ, η Δύση ήρθε σ’ εμένα. Με κυρίευσε μέσα στο σπίτι μου, στο οικείο περιβάλλον μου. Εκανε πιο εύκολο να ξεκινήσω μια νέα ζωή. Εχω μια γυναίκα από τη Γαλλία και δύο παιδιά, που δεν ξέρουν καν ότι κάποτε στο Βερολίνο υπήρχε ένα Τείχος. Εχω μια καλοπληρωμένη δουλειά σε μια εφημερίδα και το κυριότερο μέλημά μου είναι αν στην κουζίνα πρέπει να βάλουμε πάτωμα από ξύλο ή από πέτρα. (…) Το βασικό θέμα της ζωής μου δεν είναι η κοινωνία αλλά ο εαυτός μου. Η ευτυχία μου, τα σχέδιά μου, τα όνειρά μου. Ακούγεται τόσο φυσιολογικό. Ισως και να ’ναι. Παρ’ όλα αυτά, μερικές φορές έχω τύψεις και αισθάνομαι λιποτάκτης. Σαν κάποιος που πρόδωσε το παρελθόν του».

Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο «Ψηλά τις καρδιές» (εκδ. Δώμα) που έγραψε ο Γερμανός δημοσιογράφος Μαξίμ Λέο, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία. Αποτελεί ατομική μαρτυρία και μαζί σοβαρή δημοσιογραφική έρευνα. Με αυτή την έννοια είναι ταυτόχρονα ιδιωτικό και δημόσιο, η καταγραφή της διαδικασίας επούλωσης ενός προσωπικού τραύματος και ταυτόχρονα αποτύπωση της ψυχής ενός λαού, του γερμανικού, στον 20ό αιώνα. Ο συγγραφέας έχει την τύχη –ή την ατυχία– να γεννηθεί σε μια οικογένεια που δυο γενιές πίσω πρωταγωνίστησε στο ιστορικό γίγνεσθαι. Με τον τρόπο των ηρώων, αλλά και των απλών ανθρώπων. «Τι αναζητούμε για το μέλλον ανασκαλεύοντας το παρελθόν;», ρωτήσαμε τον συγγραφέα στην τηλεφωνική μας επικοινωνία. «Ενα από τα βασικά ερωτήματα της εποχής είναι το θέμα της ταυτότητας: πού ανήκω, πού νιώθω ότι βρίσκομαι σπίτι μου, ποιες είναι οι ρίζες μου», απάντησε. «Φαίνεται κάτι άυλο, αλλά είναι κομβικό για όλα τα σύγχρονα ζητήματα, από τη μετανάστευση μέχρι την οικολογία. Ολοι επιθυμούμε πραγματικά ένα σπίτι όπου μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας, ζώντας ανενόχλητοι με το παρελθόν και τις μνήμες μας. Οι ηλικιωμένοι Ανατολικογερμανοί κάνουν λόγο για μια θολή μνήμη, μια ταυτότητα που δεν υπάρχει πια. Η εμπειρία της Ανατολικής Γερμανίας είναι σήμερα μια παγκόσμια εμπειρία – όχι ως αποτέλεσμα της γερμανικής ενοποίησης αλλά της παγκοσμιοποίησης».

– Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το τέλος του βιβλίου, δηλαδή την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Ποιο ήταν, κατά τη γνώμη σας, το μεγαλύτερο λάθος της εποχής εκείνης;
– Δυστυχώς, το δυναμικό της Ανατολικής Γερμανίας δεν χρησιμοποιήθηκε για να οικοδομήσει κάτι καινούργιο. Να το πω απλά: αν έχετε δύο ομάδες ποδοσφαίρου και θέλετε να τις συγχωνεύσετε, αλλά αγνοείτε τους παίκτες της μιας ομάδας, τότε δεν θα καταλήξετε με την καλύτερη σύνθεση – και κυρίως, οι παίκτες θα έχουν την αίσθηση ότι δεν είναι χρήσιμοι. Ο λόγος για τα πολλά προβλήματα που έχουμε σήμερα, και ειδικά την άνοδο του ακροδεξιού AfD στην Ανατολική Γερμανία, είναι αποτέλεσμα αυτού του αισθήματος: οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν είναι αρκετά καλοί για τη σημερινή πραγματικότητα.

stin-ellada-toy-2015-eida-ton-eayto-moy-to-19890
O δημοσιογράφος της εφημερίδας Berliner Zeitung, Μαξίμ Λέο. SVEN GORLICH

Εδώ βλέπει κανείς παραλληλισμούς με την Ελλάδα. Θυμάμαι μια επίσκεψή μου το 2015 στη χώρα. Συνάντησα τρομερό μίσος για τον Σόιμπλε, και στα θυμωμένα πρόσωπα των ανθρώπων αναγνώρισα τον εαυτό μου το 1989 μετά την ενοποίηση. Η Ελλάδα βρισκόταν πιασμένη στις ίδιες παγίδες: πολύ γρήγορη και πρόχειρη συγχώνευση με το ευρωπαϊκό σύστημα, απότομες και υπερβολικές αποφάσεις που έρχονται από το εξωτερικό, και μια αίσθηση αδυναμίας και ενοχής πως οι Ελληνες δεν είναι αρκετά καλοί και χρειάζονται πίστωση από το εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις, η κοινωνία ένιωθε σαν παιδί εγκαταλελειμμένο.

– Αναφέρετε πως οι γονείς σας ζούσαν σε ένα μεταίχμιο. Δεν ήταν αρκετά πιστοί για το σύστημα, αλλά ούτε αρκετά επαναστάτες για τους επικριτές του καθεστώτος. Σήμερα υπάρχει χώρος γι’ αυτόν τον τρίτο δρόμο;
– Ο τρίτος δρόμος ήταν πάντοτε μια εικασία, μια ψευδαίσθηση. Τον Απρίλιο του 1990, όταν έγιναν οι πρώτες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές στην Ανατολική Γερμανία, για εμένα, τους γονείς μου και όλους εκείνους που ζούσαν με αυτήν την «τρίτη νοοτροπία» ήταν σχεδόν δεδομένο πως οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να δοκιμάσουν τη μετριοπάθεια. Το κόμμα που αντιπροσώπευε αυτή τη θέση, τελικά πήρε 3,2%. Είναι λογικό. Δεν χρειάζεται να είσαι μεγάλος φιλόσοφος για να καταλάβεις ότι οι βασικές ανάγκες είναι πολύ πιο σημαντικές από έναν θεωρητικά τρίτο τρόπο μακριά από ιδεολογήματα.

– Εάν η πρώτη γενιά έζησε την Ανατολική Γερμανία και η δεύτερη –η δική σας– βίωσε την κατάρρευση και τη μετάβαση, τι συμβαίνει με την τρίτη γενιά, εκείνη των παιδιών σας;
– Εχω δύο κόρες, 20 και 18 ετών αντίστοιχα. Για εκείνες, οι ιστορίες για την Ανατολική Γερμανία (ΛΔΓ) είναι κάτι αντίστοιχο με  αυτές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και φυσικά την οικολογία, το υπαρξιακό ζήτημα του πλανήτη. Απολαμβάνω τη συζήτηση μαζί τους, ωστόσο εκπροσωπούμε διαφορετικές πραγματικότητες. Τους μιλάω για ελευθερία, μου απαντούν με κανόνες και ρυθμίσεις. Αντιλαμβανόμαστε ο ένας τον άλλον, αλλά όχι στο απολύτως, διότι η εμπειρία της ΛΔΓ με έκανε υπερβολικά εχθρικό απέναντι σε πολλούς κανονισμούς και απαγορεύσεις. Είναι αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι ο τρόπος ζωής μας χαρακτηρίζεται από μια ψευδαίσθηση της ανάπτυξης, μια ιδέα που καταστρέφει τον πλανήτη μας. Δεν είμαι, όμως, σίγουρος αν η νέα γενιά είναι εντελώς συνειδητοποιημένη για τις επιπτώσεις που θα φέρει η επιβράδυνσή της.

– Στην αφήγησή σας ισορροπείτε μεταξύ κριτικής ματιάς και συγκρατημένης αισιοδοξίας. Από πού αντλείται αισιοδοξία για τη χώρα σας;
– Τα πράγματα άλλαξαν αστραπιαία τα τελευταία 10 χρόνια, και είναι γενικά θετικό αυτό. Ισως δεν φαίνεται στο βιβλίο, αλλά είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος – ή τέλος πάντων δεν μου αρέσει να γκρινιάζω συνέχεια. Στη Γερμανία ζούμε ειρηνικά, έχουμε ιστορικά χαμηλή ανεργία και παραμένουμε μια εξαιρετικά πλούσια χώρα – αλλά φυσικά παραπονιόμαστε συνεχώς. Είναι δύσκολο να ικανοποιηθείς σήμερα. Συγκρίνεις πάντοτε τον εαυτό σου με τον γείτονα, και όχι με ανθρώπους που ζούσαν πριν από 100 χρόνια.

Προσπάθησα να καταλάβω τους ανθρώπους, όχι να τους κρίνω

Η συνέντευξη με τον Μαξίμ Λέο θα είχε γίνει νωρίτερα, αλλά καθυστέρησε εξαιτίας ενός ταξιδιού του στο εξωτερικό. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι υπάρχει αναγνωστικό κοινό γι’ αυτό το βιβλίο στην Κίνα όπου βρισκόμουν», είπε όταν εντέλει μιλήσαμε. «Κι όμως η συγκεκριμένη ιστορία τούς αφορά και την καταλαβαίνουν. Στη βάση βρίσκονται οι ομοιότητές μας – ο τρόπος που οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουμε τον φόβο, οι επιλογές που κάνουμε σε συνθήκες δικτατορίας».

Συνεπώς δεν είναι η νοσταλγία το συναίσθημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματός του; «Είμαι πλέον ένας μεσήλικας, πλησιάζω τα πενήντα μου», λέει. «Ακόμη κι αν δεν είχα μεγαλώσει σε μια χώρα που εξαφανίστηκε, πάλι θα ήμουν νοσταλγικός. Απολαμβάνω πλέον τις αναμνήσεις και την επιστροφή στην παιδική μου ηλικία. Γίνομαι όλο και λιγότερο πολιτικός, όλο και περισσότερο προσωπικός. Ωστόσο υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση σχετικά με τη νοσταλγία. Πολλοί Ανατολικογερμανοί νοσταλγούν την πρώτη τους αγάπη, το πρώτο φιλί, το πρώτο ραντεβού, κι αυτό συνέβη κάποτε στη χώρα τους. Νοσταλγούν λοιπόν τα νιάτα τους, αλλά όχι τις συνθήκες ζωής. Αν όμως δεν ξέρεις από πού έρχεσαι, δεν ξέρεις ποιοι είναι οι νέοι σου στόχοι».

stin-ellada-toy-2015-eida-ton-eayto-moy-to-19891
Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ψηλά τις καρδιές» (εκδόσεις Δώμα).

Ο Λέο έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Berliner Zeitung. H μητέρα του υπήρξε πιστό μέλος του Κόμματος, ο πατέρας του ατίθασος καλλιτέχνης. Ο ένας από τους δύο παππούδες του ήταν τιμημένος ήρωας πολέμου στη γαλλική αντίσταση και κατόπιν υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος του «νέου αντιφασιστικού κράτους». Ο άλλος παππούς υπήρξε πρώην ναζιστής. Η Ανατολική Γερμανία τους ένωσε και τους χώρισε. Ηταν κατά κάποιον τρόπο, όπως γράφει στο βιβλίο του, «μια χώρα των ονείρων, όπου θα μπορούσαν να ξεχάσουν όλα τα στενάχωρα πράγματα που τους είχαν συμβεί ως τότε». Το «πικρό της τέλος» τους ανάγκασε να «ξεσκεπάσουν τα ψέματα στα οποία στηριζόταν η ζωή τους».

«Η μητέρα μου είναι ιστορικός και ειδικεύεται στην προφορική ιστορία», σχολιάζει. «Γράφει για μια μικρή πόλη στη Γερμανία όπου βρισκόταν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, και κάνει συνεντεύξεις με ανθρώπους καταγράφοντας τις αναμνήσεις τους. Αυτή η καταγραφή είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντική, αλλά αποτελεί μια διαδικασία σύνθετη και πολύπλευρη. Σε μια συνάντηση με παλιούς συμμαθητές ρώτησα δυο κορίτσια αν θυμούνται μια βραδιά στο σπίτι της μιας, τότε που έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν μαζί. Στην ερώτησή μου πήρα δύο διαφορετικές απαντήσεις και μαζί με τη δική μου ενθύμηση, είχαμε τρεις εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας. Η μνήμη είναι η ταινία της ζωής μας, την οποία δημιουργούμε επί χρόνια».

– Ξεκινήσατε να γράφετε το «Ψηλά τις καρδιές» έχοντας κατά νουν να δημιουργήσετε μια μυθοπλαστική αυτοβιογραφία, ή ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ;
– Τίποτε από τα δύο. Το μόνο ξεκάθαρο ήταν πως έπρεπε να ακολουθήσω μια πολύ προσωπική προσέγγιση, σχεδόν σαν θεραπεία. Από την άλλη, δεν ήθελα να προσποιηθώ πως ήξερα την ιστορία όλων των άλλων, πως εκπροσωπούσα τον κάθε Ανατολικογερμανό. Προσπάθησα να είμαι περίεργος και να κάνω καλές ερωτήσεις. Σε αυτό με βοήθησε η ιδιότητα του δημοσιογράφου. Προσπάθησα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έκαναν ή πίστεψαν πράγματα, και όχι να τους κρίνω.

– Πολλοί λένε πως οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να γίνονται λογοτέχνες. Τι απαντάτε σε αυτό;
– Πρόκειται για μια ανοησία, δεν συμφωνείτε; Δεν υπάρχουν τέτοιοι απλοί κανόνες στη συγγραφή. Η δημοσιογραφία προσφέρει σίγουρα εμπειρία στη γραφή, και ένα χρήσιμο ένστικτo. Το πώς θα χρησιμοποιήσει κανείς αυτή την εμπειρία για να γράψει ένα βιβλίο είναι προσωπική επιλογή. Ξέρετε, γράφω πολλά βιβλία από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες – μερικά από αυτά μάλιστα είναι αστυνομικά μυθιστορήματα. Πλέον γράφω πολλά και για τον εαυτό μου, πάντοτε με μια ισχυρή δόση κωμωδίας. Δεν θα μπορούσα να γράψω τίποτα χωρίς χιούμορ. Ισως αυτή είναι η απάντηση στην ερώτησή σας: εάν παίρνει κανείς τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά, τότε γιατί να γίνει συγγραφέας;

– Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι καινούργιο;
– Ενα βιβλίο για το πώς γράφεται η ιστορία. Ποια άποψη αντικατοπτρίζει και ποια συμφέροντα η εικόνα της Ανατολικής Γερμανίας, όπως εμφανίζεται για παράδειγμα στα μουσεία; Η ιστορία φυσικά γράφεται πάντα από τους νικητές, και στην περίπτωσή μας γράφτηκε από τους Δυτικογερμανούς, όχι εκείνους που την έζησαν. Ως μάρτυρας του χρόνου, μπορώ να καταλάβω πότε η εικόνα που προβάλλεται είναι μονόπλευρη. Η αποσιώπηση της ιστορίας είναι μέρος του προβλήματος.