ΒΙΒΛΙΟ

Παιδική χαρά γεμάτη μνήματα

spiti-paidioy-9786185267322-1000-1444002

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
Σπίτι παιδιού
εκδ. Αντίποδες, σελ. 90

«Τις Κυριακές πριν επιστρέψουμε στο Σπίτι παιδιού, κάναμε μια επίσκεψη στη γιαγιά που ήταν πεθαμένη».

Ο ανήλικος αφηγητής αναφέρεται σε έναν κόσμο παλιό, όπου ο θάνατος ήταν ορατός και όχι αποδιοπομπαίος. Η πεθαμένη γιαγιά δεν είχε κυλήσει στην ανυπαρξία, καθώς κάθε Κυριακή την επισκέπτονταν και έβρισκαν την ευκαιρία να παίξουν ο ίδιος και ο αδελφός του κρυφτό ανάμεσα στους τάφους. Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (Δράμα, 1983) επιστρέφει στο χωριό της παιδικής του ηλικίας για να αποτυπώσει το βίωμα του θανάτου μέσα από το βλέμμα των έξι του χρόνων. Οι ταφές των συγχωριανών αναβιώνουν σαν επιμνημόσυνα παιχνίδια. Το αγόρι σήκωνε με περηφάνια τα εξαπτέρυγα, χτυπούσε με χαρά την καμπάνα στο πένθιμο τέμπο, απολάμβανε να κάνει σταυρούς με το θυμιατό πάνω από τα μνήματα, νοιαζόταν τους πεθαμένους και τους έκανε παρέα καθισμένος δίπλα στην κάσα.

Οπως εξηγεί προεισαγωγικά ο συγγραφέας, τα Σπίτια του Παιδιού ήταν ιδρύματα που συστήθηκαν το 1950 σε χωριά της Βόρειας Ελλάδας από τη Βασιλική Πρόνοια και ορισμένα εξ αυτών συνέχισαν να λειτουργούν και μετά τη μεταπολίτευση. Η μητέρα του εργαζόταν στο Σπίτι Παιδιού στην Πλατανιά Δράμας. Παραδίπλα ο πατέρας του είχε μια αποθήκη και έναν κήπο. Η αποθήκη έμοιαζε με ξωκλήσι. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα μεγάλο δρεπάνι. Στον κήπο το παιδί μάζευε πλάκες από παλιά μουσουλμανικά νεκροταφεία. Το Σπίτι Παιδιού είναι μια μετωνυμία για τη μυστηριακή επικράτεια της παιδικότητας. Σε αυτή τη χρονικότητα των ακατάπαυστων ανακαλύψεων, εκπλήξεων και αποριών, μόνο ο θάνατος δεν είναι μυστήριο. Είναι ένα επαναλαμβανόμενο γεγονός που επιτάσσει την επανάληψη προαιώνιων τελετουργιών.

Ο εξάχρονος αφηγητής αδημονεί για τα ξαφνιάσματα του άγνωστου κόσμου. Οι δυστυχίες που τον περιβάλλουν είναι δυσνόητες, γι’ αυτό δεν τον θλίβουν, αλλά κεντρίζουν την περιέργειά του. Δεν καταλάβαινε, λόγου χάριν, γιατί οι συγγενείς της μητέρας του που ζούσαν στη Γερμανία αγωνιούσαν να μάθουν αν το καντήλι παρέμενε αναμμένο στον τάφο της γιαγιάς του, όπως δεν καταλάβαινε γιατί ο πατέρας του μιλούσε τουρκικά με τους γονείς του. Αντιθέτως, η συντροφιά των πεθαμένων καθόλου δεν τον προβλημάτιζε. Θυμόταν μια γυναίκα στο κέντρο του σαλονιού της, μέσα στο φέρετρο, «γεμάτη λουλούδια από όλους τους μπαχτσέδες του χωριού. Πάνω της όλα τα χρώματα, φρέσκα». Θυμόταν τις βόλτες στο νεκροταφείο και το συμπονετικό βλέμμα του που περιέθαλπε τις ζωές κάτω από τις πλάκες. Τα χωράφια ήταν γεμάτα κόκαλα και πάνω όλο στάρια. Τον απασχολούσε η «ευζωία» των πεθαμένων, ήθελε τις ανάσες τους ανεμπόδιστες μέσα στο χώμα, και στεναχωριόταν με τα παραμελημένα μνήματα. Μόνο μία φορά τον ξάφνιασε η πολιτεία των νεκρών.

Ηταν ένας μικρός τάφος, έξω από τον οποίο η ένοικός του είχε ζήσει μόλις δύο ημέρες.

Η παιδικότητα που αναβιώνει ο Συφιλτζόγλου δεν έχει τίποτα το νοσηρό, καθώς διαχέεται σε μια άπλετη εγκαρδιότητα. Ο ανήλικος αφηγητής μεριμνά για τον θάνατο με την αφοσίωση παιδιού στο παιχνίδι του. Στον κόσμο που ανακαλεί, ο επιτάφιος θρήνος παρέμενε δεσπόζουσα ηχητική της ζωής. Ακόμα και όταν το κόκκινο απειλούσε το λευκό, όταν δηλαδή τα δάκρυα κοκκίνιζαν το ασπράδι του ματιού, έσπευδε να πάρει το θυμιατό για να προλάβει το κόκκινο στο άσπρο. Κάθε σπίτι παιδιού ανεγείρεται ανάμεσα σε σπίτια νεκρών.

Μέσα από την αποδοχή του θανάτου η ζωή ανακτά όλα της τα χρώματα. Στην παιδική ματιά χωράει η πλάση ολόκληρη. Καλωσορίζοντας τους νεκρούς στο σπίτι του, το εξάχρονο αγόρι αναγνωρίζει με φυσικότητα την κραταιότερη βεβαιότητα της ύπαρξης.