ΒΙΒΛΙΟ

Ληξιαρχικές πράξεις πλασματικών θανάτων

gkkt_10_0803_page_1_image_0002

ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ιστορικός ενεστώς
εκδ. Πόλις, σελ. 100

Ο Ανέστης Πρωτονοτάριος (1912-1989), συντάκτης επί τριακονταπενταετία στη στήλη των κοινωνικών της «Καθημερινής», «είχε παντρέψει, βαπτίσει, θάψει, μνημονεύσει και αναμνημονεύσει κόσμο και κοσμάκη». Η καθημερινή τριβή με τα μείζονα και τα ήσσονα φαινόμενα της ζωής, τον παρωθούσε να αντισταθμίζει το αντίπαλο δέος κάθε χαράς, τον θάνατο, με «τις πλέον γιορτινές εκφάνσεις του βίου». Μέσα από τη στήλη του αφοσιωνόταν, ωσάν γραμματέας της ζωής και του θανάτου, στην «ταξινόμηση της μοίρας των ανθρωπίνων», αναδεικνύοντας τη ριζική σημασία της ανθρώπινης κατάστασης, την ατέρμονη επινόηση τεχνασμάτων ενάντια στο αντίπαλο δέος.

Η νεκρολογία του Πρωτονοτάριου ανήκει στα δεκαπέντε βιογραφικά που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Θανάση Χατζόπουλου, μια συλλογή φανταστικών βίων και άδοξων μετοικεσιών.

Οι επινοημένες βιογραφίες, που με οιονεί γραφειοκρατική σχολαστικότητα παρουσιάζει ο Χατζόπουλος, δεν διαθέτουν τίποτα το άξιο μνείας. Κοινότοπες ζωές, διαδραματισμένες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, πορεύονται στο τέλος τους ανάμεσα σε μικροχαρές και μικροσυμφορές. Μόνη ιδιοτυπία τους η ταχυθάνατη τελευτή.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, φυσιογνωμικά ή θυμικά, εγκλείουν ορισμένους βιογραφούμενους σε καλλιεπή στιγμιότυπα. Την προσοχή κλέβει σίγουρα το κορίτσι που γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέθανε μέσα σε ένα νεφέλωμα ρέμβης, σβησμένο από μια ζωή «ολοένα πιο επαναληπτική και άχρωμη», που άγγιζε «τα όρια της τελειότητας στην επανάληψη αυτή». Συνταράζει, επίσης, το ξανθόμαλλο αγόρι που ακολουθεί το φέρετρο της αδελφής του «δεν ήξερες ποιο ήταν πιο αχυρένιο, το πρόσωπο ή το χρώμα των μαλλιών».

Ανάμεσα στα βιογραφικά παρεμβάλλονται έξι κείμενα, που προσιδιάζουν σε σύντομα διηγήματα, επικεντρωμένα σε εντάφια παράδοξα. Από αυτά ξεχωρίζω το «Νεκροτομείο», όπου μια γυναίκα παλεύει να διακρίνει πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι τον άνδρα της. Μόνη στον νεκροθάλαμο, αντικριζόταν με ένα πρόσωπο που τη συνέτριβε με την ξενότητά του. Η αδυναμία της να αναγνωρίσει τον άνδρα της οφειλόταν στο νεκρό σώμα που ξάπλωνε τόσο μακριά της. Ο θάνατος εδραιωνόταν αργά μέσα της, σαν καταλλαγή, απαλλάσσοντάς την από τον ισόβιο κόπο της συνύπαρξης. «Το νεκροτομείο είχε ξετυλίξει το μαζί σ’ αυτό το μεταξύ που είχε βάλει ανάμεσά τους, το πτώμα».

Τη λόγια, εντέχνως επιτηδευμένη, γραφή του Χατζόπουλου διαστίζει ένας σατιρικός επιτονισμός, που αποφορτίζει τον ζόφο της θεματικής. Η απομίμηση της παπαδιαμάντειας γραφής παροξύνει την ειρωνεία, προσδίδοντας σε επουσιώδη αφηγούμενα μια επίφαση σπουδαιότητας. Ο Χατζόπουλος, διακριτικός μάστορας του ύφους, επωμίζεται υπομειδιώντας χρέη αρχειοθέτη, καταχωρίζοντας προσωπικά δεδομένα, δηλαδή τα τετριμμένα ήθη και έθιμα της ανθρώπινης συνθήκης, σε έναν ευρύ ορίζοντα ιστορικών συγκυριών. Η ειρωνεία εκπηγάζει από το ότι κανένας από τους ανιστορούμενους βίους δεν διαθέτει μέγεθος ανάλογο των περιστάσεων διά μέσου των οποίων εκτυλίσσεται. Για παράδειγμα, το 1986 η ρεμβώδης Ελένη παραμένει εσώκλειστη στον νοερό της κόσμο. «Ο νέος άνεμος αλλαγών που έχει σαρώσει τη χώρα από πενταετίας περνάει μάλλον σε απόσταση από την Ελένη. Ως να μην την εγγίζει τίποτα». Και άλλοι όμως σαν εκείνη, επιζούν ανεπηρέαστοι από την κοινωνικοπολιτική ευφορία, βουλιαγμένοι σε βύθιους ίσκιους. «Ακόμη και σε στιγμές ιστορικής ευωχίας, το σκοτάδι παίρνει το μερίδιό του από την ομορφιά».

Το μείζον γεγονός του βιβλίου είναι ο λόγος. Η γλώσσα επιτελεί μια ληξιαρχική λειτουργία, αρχειοθετώντας το γεγονός του θανάτου, το μόνο ανέκκλητο σε έναν βίο, σε έναν θύλακο μικροεπεισοδίων. Ετσι, ο θάνατος εξεικονίζεται σαν μικροσυμβάν, θαμμένο σε μια εκατόμβη βραχύβιων λεπτομερειών. Ο έξοχος τίτλος, συγκεράζοντας τον ενεστώτα με τον αόριστο, υποδηλώνει την αιώνια επανάληψη των εγκόσμιων παθών, την αδιάκοπη καταφθορά της ανθρώπινης ύπαρξης ανάμεσα στην περιπαθή εκκίνηση και στο έσχατο πάθος.