ΒΙΒΛΙΟ

Οι στίχοι πέφτουν σαν νιφάδες μπρος στο σπίτι

27sel8vivlio

THOMAS BERNHARD
Γεγονότα
μτφρ.: Αλέξανδρος Κυπριώτης
σελ. 76, εκδ. Εξάντας

Ο τίτλος είναι λάθος. Το ολιγοσέλιδο βιβλίο του Μπέρνχαρντ, που κυκλοφόρησε το 1969, δεν θα έπρεπε να ονομάζεται «Γεγονότα», μα «Οι στίχοι πέφτουν σαν νιφάδες μπρος στο σπίτι».

Η πρώτη ιστορία είναι το κλειδί. Η είσοδος στη συλλογή. Ενα ζευγάρι ανεβαίνει στην κορυφή ενός πύργου δίχως παράθυρα. Στη δεύτερη ιστορία, ένας άντρας παρατηρεί μια κοπέλα που τρώει τις πλεξούδες της. Στην τρίτη ιστορία, ένας σαραντάχρονος συλλογίζεται τη δυστυχία του. Η έβδομη ιστορία μιλάει για την τρέλα. Η δωδέκατη ιστορία είναι για τη γελοιότητα, για την πτώση. Η εικοστή δεύτερη ιστορία αναπτύσσει ένα παράδειγμα απληστίας. Η εικοστή πέμπτη ιστορία περιγράφει μια μεταμόρφωση. Η τριακοστή πρώτη, η τελευταία ιστορία του βιβλίου, υπογραμμίζει τη δύναμη της συνήθειας.

Διαβάζω ξανά και ξανά μία από τις ιστορίες των «Γεγονότων». Δεν ξεπερνά τις διακόσιες λέξεις. Μια οικογένεια σκάβει ένα λάκκο την ώρα που την εποπτεύουν δύο στρατιώτες. Ενα όπλο σημαδεύει την οικογένεια. Είναι χάραμα. Ολα είναι σιωπηλά. Ακούγονται τα φτυάρια. Οταν το σκάψιμο τελειώνει, οι στρατιώτες πυροβολούν. Η οικογένεια πέφτει στον λάκκο, γκρεμίζεται. Λίγο αργότερα πλησιάζει μια άλλη ομάδα στρατιωτών. Σκοτώνει τους δύο στρατιώτες. Το αίμα σχηματίζει κύκλο.

Παρόλο που είναι μία από τις ιστορίες που βρίσκονται στις ακριανές σελίδες του βιβλίου, ωστόσο είναι το κέντρο του. Λες και η καρδιά έχει γλιστρήσει στα πόδια, λίγο προτού σπάσουν τα κόκαλα και σωριαστούμε. Μια χούφτα λέξεις αρκεί για να μας υπενθυμίσει τη σκληρότητα της ζωής: πως δεν σταματά ποτέ.

Αρχικά, ο Μπέρνχαρντ έγραφε λυρική ποίηση, μα αυτό του φάνηκε εύκολο, δίχως αντιστάσεις. «Ο κόσμος εκπορθείται μόνο με την πρόζα», έλεγε. Αποφάσισε να γράψει πεζά. Εγραψε πεζά. Τ’ αποτελέσματα είναι γνωστά. Ελάχιστοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να μας αγγίξουν όπως η φτερούγα ενός πουλιού. Μια φτερούγα ζεστή, παγωμένη. Κοφτερή σαν πούπουλο.

Τον Δεκέμβριο, σ’ ένα ταξίδι μου στη Βιέννη, επισκέφθηκα το καφέ όπου σύχναζε ο Μπέρνχαρντ. Ηταν ολοφάνερα μια γελοία κίνηση εκ μέρους μου. Κρατούσα το μικρό λευκό βιβλίο που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει στα ελληνικά κι έπινα τον καφέ μου, παριστάνοντας κάτι που δεν ήμουν. Δεν νομίζω πως διάβασα πολύ, ούτως ή άλλως. Φεύγοντας, έβαλα την απόδειξη για σελιδοδείκτη. Λογοτεχνικός τουρισμός χειρίστου είδους, δίχως ντροπή. Τι είχα καταλάβει; Τίποτα. Θα το σιχαινόταν ο Μπέρνχαρντ: «[…] πίνουμε μούστο ενώ αγνοούμε τα πάντα / πολύ σύντομα θα μας λησμονήσουν / κι οι στίχοι πέφτουν σαν νιφάδες μπρος στο σπίτι».