ΒΙΒΛΙΟ

Σκιές από άλλους γαλαξίες

27sel10vivl2

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΑΚΗΣ
Ολα τα κακά σκορπά
εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 194

Τη μοναξιά επιλέγει ως κυρίαρχο μοτίβο της πρώτης του λογοτεχνικής εμφάνισης ο Γιώργος Πετράκης (γενν. 1981). Η μοναξιά των διηγηματογραφικών ηρώων αναρριπίζεται από φασματικές ερατεινές μορφές, οι οποίες, αν και φευγάτες, κατοικούν μαζί τους στα ασφυκτικά τους καθιστικά. Η καλύτερη ιστορία που θυμούνται, είναι εκείνη που ονειρεύονται. Το αδιανόητο κενό του χαμένου έρωτα αντισταθμίζεται από διαφυγές στο όνειρο, που ενίοτε πάνε πολύ μακριά, μέχρι τις εσχατιές της παράνοιας. Η ιχνηλασία γαλαξιακών νημάτων στον νυχτερινό ουρανό πάνω από τα μπαλκόνια τους, κατευνάζει παροδικά τον αλλόφρονα πόνο της απώλειας.

Ενας άνδρας καταφεύγει σε φανταστικούς αριθμούς για να αποκαταστήσει την ανισότητα που συνιστά το σώμα του, αποκομμένο από το σώμα της ερωμένης του. Στο μυαλό του σύριζαν αλλόκοτοι μαθηματικοί τύποι, ολοκληρώματα και εξισώσεις, αλλά η ύπαρξή του παρέμενε ανολοκλήρωτη, αρπαγμένη από την ελπίδα ότι οι φανταστικοί αριθμοί είχαν μέρος στον κόσμο των πραγματικών και μπορούσαν να καλύψουν μια επιφάνεια που είχε μείνει ακάλυπτη. Ενας άλλος πολεμά τον αλγεινό χρόνο στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου, απαριθμώντας νοερά λέξεις που αρχίζουν από «ΜΕΘ». Η γυναίκα του πέθαινε στην εντατική και εκείνος, κρατώντας έναν αναπτήρα, φαντασιωνόταν ένα παρανάλωμα που θα σήκωνε το κορμί της από το κρεβάτι. Σε άλλο νοσοκομείο ένας άνδρας ανησυχεί πως το μηχάνημα του σώματός του είχε χαλάσει. Παρατηρώντας τους γιατρούς με τις ολόσωμες πράσινες φόρμες και τις μάσκες, νόμιζε πως είχαν έρθει εξωγήινοι να μεταφέρουν εκείνον και τη νεκρή του κόρη σε έναν ευτυχισμένο πλανήτη.

Μια νεαρή γυναίκα παλεύει να διαφύγει από ένα αμείλικτο Σαββατόβραδο, βρίσκοντας καταφύγιο στο πληγιασμένο κορμί μιας άλλης γυναίκας. Κάπου αλλού, ένα άλλο Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, ένας μονήρης άνδρας, περίκλειστος στον καναπέ του, βουλιάζει στις ιστορίες που αναθάλλουν από τους τοίχους του διαμερίσματος. «Μέσα στο διαμέρισμα αυτό όλα τα ’χει ζήσει». Σκιές τσιγάρων λικνίζονται στους άδειους τοίχους, μιλώντας για μακρινά βράδια που κάπνιζε στο πλευρό του αγαπημένου του. «Οι σκιές ανήκουν σε πλάσματα που έρχονται από έναν άλλον γαλαξία». Μια γυναίκα γδέρνει τα δάχτυλά της στον τοίχο που περιβάλλει τις φυλακές Κορυδαλλού. Ο άνδρας που δεν αγαπούσε σύντομα θα αποφυλακιζόταν και εκείνη ονειρευόταν «ένα χιονισμένο διαμέρισμα», πάλλευκο από κοκαΐνη, για να γλιτώσει από την αφόρητη μπόχα που ξεπηδούσε από τους υπονόμους των φυλακών.

Οι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες απελπίζονται ποιητικά. Ενας άνδρας λέει: «Αναπνέω τον λάθος αέρα λες και μου ’χουν ξεριζώσει την καρδιά κι έχουν βάλει μια χαλασμένη μπαταρία στη θέση της». Περιφραγμένοι σε διακαείς αυταπάτες, οι ήρωες μετοικούν σε φαντασιακούς, ευκολότερους κόσμους, όπου μπορούν να ανασάνουν ανεμπόδιστα. Η πραγματικότητα, με τις ασύλληπτες στερήσεις που επισωρεύει, τους προκαλεί δύσπνοια. Με ακατάσβεστες ψευδαισθήσεις σφυγμομετρούν τις ζωές τους. Η γραφή κεντρίζεται από υποδόρια ένταση, αποφεύγοντας να ονοματίζει το συναίσθημα. Ακόμα και η έλξη της για το όνειρο διηθείται μέσα από τους τρόπους του ρεαλισμού.

Σίγουρα αρκετά διηγήματα δεν έχουν θέση στη συλλογή, καθώς αλλοιώνουν τη θεματική και υφολογική της συνοχή. Ομως, τα υπόλοιπα, που συνιστούν τον πυρήνα της, σφραγίζονται από την προσπάθεια της γλώσσας να αποδώσει, δίχως φλύαρη θλίψη, την πολική θερμοκρασία μιας κατερειπωμένης ύπαρξης. Τα πρόσωπα του βιβλίου, εκριζωμένα από το σκληρό, στυγνό αστικό τοπίο, αναδιπλώνονται προς τα μέσα προκειμένου να προφυλαχθούν από τον παγερό αέρα που ρημάζει το στέρνο τους. Οι πιο συγκινητικές κατακλείδες είναι θαυματουργικά στιγμιότυπα νοερού αφανισμού. Λυτρωτικές φυγές πέρα εκεί, όπου ανασαλεύουν οι σκιές ανέσπερων γαλαξιών.