ΒΙΒΛΙΟ

Διπλός ερωτισμός που λείπει από το παζλ

kareli

Κάθεται μοναχός ο διπλός
τούτος άνθρωπος
Η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη
Εισαγωγή – ανθολόγηση: Θεώνη Κοτίνη
Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος
εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 203

Οποτε ερχόμαστε σε επαφή με το έργο της Ζωής Καρέλλη (1901-1998) κυριεύει πολλούς από εμάς η εντύπωση του κρυμμένου θησαυρού. Κάτι που λάμπει κι έχει την αξία του κλασικού, αλλά δεν προσέχθηκε όσο και κυρίως όπως του άξιζε. Αλλά γιατί; Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια δεν πέρασε στην εποχή της απαρατήρητη κι ούτε σταμάτησε, μετά θάνατον, να μελετάται και να μνημονεύεται. Κι όμως, στη δική μου, τουλάχιστον, εντύπωση, κυριαρχεί η αίσθηση του εμποδισμένου, όσον αφορά την πρόσληψή της. Στη σειρά «Δυο αιώνες ελληνικής ποίησης – ποιητές ανθολογούν και παρουσιάζουν ποιητές», που σχεδιάζεται και εποπτεύεται από το Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος, η υπό συζήτηση ανθολόγηση της Καρέλλη από την ποιήτρια Θεώνη Κοτίνη (ήδη 16ο βιβλίο της σειράς), με κριτική εισαγωγική προσέγγιση της ανθολόγου και εκτενή βιβλιογραφία, ενισχύει αυτόν τον προβληματισμό. Η ανθολόγος προσεγγίζει βέβαια ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα την ανθολογούμενη, χωρίς να συγκατανεύει σε κάποιο αίσθημα ανεκπλήρωτης οφειλής.

Υπάρχουν στην εισαγωγή τής Κοτίνη δύο πολύτιμες παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι αυτή που επισημαίνεται ως «υποστασιακή αντινομία»· με απλούστερα λόγια (πάντα της Κοτίνη) υπάρχει «σε όλη την ποίησή της» «ένα “παρ’ όλο που”», «μια διπλότητα ή πολλαπλότητα». Η ποιήτρια, πάλι, το λέει με τον δικό της τρόπο: «Με κρατεί παράξενη αντίθεση./…/Μ’ έθρεψαν αντίθετες εποχές./ Εχω εκφράσεις διπλές κι αλλού/ μου λείπουν οι γραμμές κανονικές.» («Πορτρέτο»). Η δεύτερη είναι ο «μετεωρισμός», κατά την ποιητική πραγμάτευση πολλών θεμάτων, ενόψει του κύριου αιτήματος, που είναι η ενότητα. Πρόκειται, άλλωστε, για μια ποιήτρια που μελέτησε εις βάθος και επηρεάστηκε εξίσου από τον Ελιοτ και τον Ρίλκε, όπως έχει επισημάνει ο Ανδρέας Καραντώνης. Από τους Ελληνες, εξάλλου, η Καρέλλη αναφέρεται πολλαπλώς και με πάθος στον Καβάφη.

Αλλά όσα η Κοτίνη προσφυώς επισημαίνει διακρίνοντας «έναν αργό, πομπικό κάπως ρυθμό που επιβάλλει προσοχή στην απαγγελία», μιαν «ιδιαίτερη αγάπη» για τα επίθετα που όμως «δεν εκτρέπεται σε λυρικό πληθωρισμό», την αντίληψή της «περί ποίησης ως ιεροπραξίας», δεν παραπέμπουν άραγε και σε μια ταιριαστή στον 20ό αιώνα, συνειδητή υποκατάσταση της μεταφυσικής από την ίδια την ποίηση; Η Κοτίνη εστιάζει, περαιτέρω, στην έντονα έμφυλη διάσταση της ποίησής της αλλά ταυτόχρονα την υποβαθμίζει αποφαινόμενη πως «ο προνομιακός –γι’ αυτό και πολλαπλά σεσημασμένος στην ποίησή της– χώρος της θηλυκής ταυτότητας είναι η μητρότητα». Νομίζω πως χαρακτηρίζει την Καρέλλη μια πληθωρική ποιητική πραγμάτευση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Το ποίημα «Η άνθρωπος», που κάποτε θα είναι ένα διάσημο ελληνικό ποίημα, κλείνει με τους στίχους «εγώ πια δεν του ανήκω/και πρέπει μονάχη να είμαι,/ εγώ, η άνθρωπος». Εδώ δε μένει πίσω κυρίως ή μονάχα ο άνδρας, παρά εγκαταλείπεται ο Θεός ο ίδιος. Η Καρέλλη ξέρει καλά να γιορτάσει, να μεθύσει, σαν γυναίκα: «-σε αφορά-/ των λουλουδιών η πλησμονή, παντού/ σ’ ακολουθεί./ Τώρα σου εμποδίζει/ ακόμα και τα βήματα,/ βλέπεις/ τα γοητευτικά τους σχήματα, σαν/ λιγνά γυναικεία δάχτυλα, εξαίσιας αφής,/ παράξενα χρωματισμένα στις άκρηες,/ να σε κρατούν, να σταματούν επικινδύνως/ την κίνησή σου, σκαλώνουν ανελέητα/ κι είσαι διαρκώς μόνος, με τα αμέτρητα/ λουλούδια». Απροκάλυπτος ο αισθησιασμός της, απευθύνεται με μια παράξενη μελαγχολία σε παραλήπτη του άλλου φίλου, δεν παύει ωστόσο να εκδηλώνεται κυρίως ως γενικευμένη μαγνητική έλξη προς τη θηλυκή ομορφιά – μια ομοερωτική διεκδίκηση της αρχικής μητέρας; Η Καρέλλη είναι απολαυστική, έξυπνη και τολμηρή στα δύσκολα. Οσο την παραγνωρίζουμε τόσο θα λείπει ένα κομμάτι από το παζλ μας.