ΒΙΒΛΙΟ

Η πανούκλα στο μεσαιωνικό Μπέργκαμο

gkkt_11_1904_page_1_image_0001

JENS PETER JACOBSEN
Πανούκλα στο Μπέργκαμο – Εδώ θα ’πρεπε να ’ταν ρόδα
μτφρ. – σχόλια: Ηρκος Ρ. Αποστολίδης
εκδ. Ροές, 2020
σελ. 112

Ο Δανός μυθιστοριογράφος Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν (1847-1899) υπήρξε μια ιδιόμορφη προσωπικότητα, ένα μείγμα φυσιοδίφη, διανοητή και μυθοπλάστη. Στην ανά χείρας έκδοση σημειώνονται τα εξής: Mεταξύ 1872 και 1875, ο Γιάκομπσεν μεταφράζει τα σημαντικά έργα του Δαρβίνου «Η καταγωγή των ειδών» (The Origin of the Species) και «Η καταγωγή του ανθρώπου» (The Descent of Man), ως εισηγητής του δαρβινισμού στη Δανία. Σπουδάζοντας Βοτανολογία στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης γράφει μια βραβευμένη διατριβή πάνω στα φύκια (1873), ενώ κατά τη διάρκεια κάποιων επιτόπιων παρατηρήσεων για τη βλάστηση των βαλτότοπων προσβάλλεται από φυματίωση, με αποτέλεσμα τον ταλαιπωρημένο και σύντομο βίο του.

i-panoykla-sto-mesaioniko-mpergkamo0
Το διήγημα του Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν μοιάζει με εικαστικές συνθέσεις υπό μορφήν λόγου.

Στο ταξίδι του από τον ευρωπαϊκό Βορρά προς τον Νότο, ο Γιάκομπσεν αντλεί έμπνευση από την ιταλική τέχνη και αρχιτεκτονική. Τα δύο διηγήματά του με φόντο το Μπέργκαμο («Πανούκλα») και τη Ρώμη («Εδώ θα ’πρεπε να ’ταν ρόδα») μοιάζουν με εικαστικές συνθέσεις υπό μορφήν λόγου. Γνωρίζει τον Ιψεν στον λογοτεχνικό Σκανδιναβικό Κύκλο της Ρώμης και αποσπά τη θετική κριτική του για το μυθιστόρημά του «Νιλς Λύνε, η ιστορία μιας νιότης» (1880). Με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο «Νιλς Λύνε» χαρακτηρίστηκε στην εποχή του ως η «βίβλος του αθεϊσμού».

Στα ελληνικά γράμματα ο Γιάκομπσεν γίνεται ευρέως γνωστός από τη μετάφραση του Ηρακλή Ν. Αποστολίδη, την οποία επιμελήθηκε ο γιος του Ρένος μέσα στην κριτική ανθολογία «Τα Νέα Ελληνικά» το 1967. Σήμερα, ο Ηρκος Ρ. Αποστολίδης συστήνει εκ νέου τον Γιάκομπσεν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μέσα από τη μετάφραση των δύο διηγημάτων του για το Μπέργκαμο και τη Ρώμη, αποδίδοντας με αισθητική πιστότητα τον απεικονιστικό ή αλλιώς «οπτικό» τρόπο γραφής του Δανού συγγραφέα.

Στο ρηξικέλευθο διήγημα «Πανούκλα στο Μπέργκαμο», οι κάτοικοι της μεσαιωνικής πόλης, εν μέσω μιας σφοδρής επίθεσης από την επιδημία της πανούκλας, θα βρεθούν μπροστά σε έναν έντονο υπαρξιακό διχασμό που κλονίζει τα θρησκευτικά, πολιτειακά και κοινωνικά στεγανά του κόσμου τους. Ο Γιάκομπσεν τοποθετεί τη δράση μέσα στα τείχη της παλαιάς καστροπολιτείας, όπου βρίσκεται η έδρα της δημοτικής αρχής. Η καχυποψία για την περιοχή του καινούργιου οικισμού στις παρυφές του βουνού είναι διάχυτη, εφόσον εκεί πρωτοεμφανίζεται η πανούκλα. Ο Μαύρος Θάνατος χτυπάει γοργά και ανελέητα. Το παλαιό Μπέργκαμο καίει τον ρημαγμένο από την πανούκλα νέο οικισμό, μήπως καθαρίσει ο αέρας και σταματήσει η επιδημία. Πετροβολούνται ή δέρνονται αλύπητα οι φυγάδες ξένοι προς την άνω πόλη, διότι θεωρούνται υπαίτιοι και ένοχοι φορείς της αρρώστιας. Οι εκατόμβες των νεκρών δεν σταματούν. Συγχρόνως πληθαίνουν οι λιτανείες, οι νηστείες, τα τάματα, οι αδιάκοπες δεήσεις στον Θεό από μοναχούς και πιστούς μέσα στις εκκλησίες, οι φωτιές στις πλατείες και στις αγορές, καθώς και οι θεραπείες αιθέριων ελαίων.

Μάταια όλα. Κάποιοι σαπίζουν στα σπίτια τους, ενώ κείτονται διάσπαρτοι παντού οι μισοθαμμένοι. Η διοίκηση της πόλης καταρρέει, οι πολίτες εγκαταλείπουν ψυχή και σώμα στις κραιπάλες του φαγοποτιού, σκαρώνοντας τραγούδια ειρωνικά και βλάσφημα. Καθείς ζει πλέον για το τομάρι του, δεν υπάρχει αλληλεγγύη ούτε συμπόνια για τους πάσχοντες, που παραληρούν από τον πυρετό. Αν δεν υπάρχει βοήθεια από τον Ουρανό, φαίνεται να υπάρχει από την Κόλαση.

Οι μαύροι σταυροί

Μια πομπή αυτομαστιγούμενων καλόγερων, αιμόφυρτων και κουρελήδων, ανεβαίνει από την καμένη πεδιάδα προς το κέντρο της παλαιάς πόλης, κουβαλώντας ξύλινους μαύρους σταυρούς. Οι παραδομένοι τώρα στα επίγεια πάθη πολίτες του παλαιού Μπέργκαμο διασταυρώνονται ξαφνικά με τους αυτοβασανιζόμενους σκλάβους – ιερουργούς αυτής της μαρτυρικής θρησκευτικής λατρείας. Η πομπή παρασύρει το μεθυσμένο μπουλούκι ενός καπηλειού και όλοι μαζί ανεβαίνουν τα χορταριασμένα σκαλοπάτια του ξεχασμένου, αλειτούργητου επί έντεκα εβδομάδες καθεδρικού ναού.

Ο αρχικαλόγερος αφηγείται σε έκσταση το αιρετικό όραμα ενός εσταυρωμένου Χριστού που δεν άντεξε τη χλεύη και τις κατάρες. Απέδρασε αφήνοντας τον Σταυρό του κενό και σαν βασιλιάς οργισμένος ανέβηκε στους ουρανούς, χωρίς να εκπληρώσει το λυτρωτικό έργο του. «Κανένας μεσίτης δεν υπάρχει ανάμεσα στον Θεό και μας! Κανένας Χριστός δεν πέθανε για μας στον Σταυρό!» φωνάζει ο καλόγερος, εντείνοντας την αγωνία και τον κλαυθμό. Το πλήθος τον προτρέπει: «Σταύρωσέ τον!» προκαλώντας τον να δώσει διέξοδο σε έναν μύχιο επαναστατικό πόθο. Μέσα από τις περιγραφές των φωτοσκιάσεων της πομπής που ξεμακραίνει, έρχονται στο νου εικόνες από το σκηνοθετικό επίτευγμα του Ινγκμαρ Μπέργκμαν «Η έβδομη σφραγίδα».