ΒΙΒΛΙΟ

Ενας μακρινός Μάιος, ακίνητος μέσα στον χρόνο

enas-makrinos-maios-akinitos-mesa-ston-chrono-2376118

Είχε αυτή την αίσθηση τις τελευταίες του στιγμές, κάτι που ερχόταν από παλιά. Από το ξεκίνημά του. Οτι ο τόπος δεν τον χωρούσε. Ηταν άνοιξη κι ένας έντονος παλμός διαπερνούσε τα πάντα ολόγυρά του και μέσα του. Ενας αναβρασμός.

Θυμήθηκε πως εκείνο το μεσημέρι, μετά το οικογενειακό γεύμα, ξεμάκρυνε αθόρυβα απ’ όλους. Λες και τον καλούσε η άγρια φύση. Εκλεινε τα δεκάξι και μέσα του κυμάτιζαν, αφρίζοντας, φωνές, κορμιά, θερμοκρασίες, όνειρα που έρχονταν κατά κύματα. Τράβηξε για τη Γαβαλού, έχοντας τη μεγάλη λίμνη σε ορισμένη απόσταση δεξιά του, με την Τριχωνίδα να λαμπυρίζει κάτω απ’ το δυνατό, καθαρό φως.

Πέρασε την παλιά εκκλησία του Κελιού, χώθηκε μέσα στις πρασινάδες, κατέβηκε χαμηλά, προς τη λίμνη. Τράβηξε έξω από το Τριχώνιο, χώθηκε μέσα στους νερόφραξους, ακούγοντας κάθε τόσο το λυπημένο κρώξιμο του γκιώνη. Χτυπούσε το χώμα μπροστά του με ένα ξερόκλαδο μην τυχόν και πατήσει κανένα φίδι.

Πλησίασε τον παλιό πλάτανο και ξαφνικά έπαψε κάθε κίνηση: πάνω σε ένα γερό, χαμηλό κλαρί είχε κουρνιάσει μια κουκουβάγια που τον ζύγιζε με τα μεγάλα της μάτια. Ανεβοκατέβαζε και περιέστρεφε το κεφάλι της για να τον μετρήσει από ελαφρώς διαφορετικές γωνίες.

Απόμεινε να τη χαζεύει μαγνητισμένος, αναλογιζόμενος όσα είχε ακούσει τους παλιούς να λένε: ότι φέρνει κακοτυχία, ότι είναι προμήνυμα θανάτου. Γλαυκόμορφα ή Στριγγίδες, εκ του αρχαιοελληνικού γλαυξ ή στριγξ – εξ ου στρίγκλα και στριγκός.

Ξαφνικά, το πτηνό πέταξε τόσο όμορφα και αθόρυβα που το θυσανωτό χνούδι στα φτερά της μαλάκωνε τη ροή του αέρα γύρω της. Δεν ακουγόταν το πέταγμά της. Ενας φυσικός σιγαστήρας.

Πέρα από το μεγάλο πλατάνι, προχωρώντας πιο κουρασμένα τώρα, τους είδε: κυλιόντουσαν στο χώμα, πίσω από έναν πυκνό θάμνο. Αμέσως η κοιλιά του τον έκοψε ξαφνικά, τα μηνίγγια του τον πίεσαν και διπλώθηκε μην τυχόν και τον αντιληφθούν.

Δεν διέκρινε πρόσωπα· την πλάτη του άνδρα μονάχα και τα πόδια της κοπέλας, γαντζωμένα, οι αστράγαλοί της χιαστί στη ράχη του. Τα πέλματα είχαν κλειδώσει το ένα με το άλλο και ο άνδρας κινιόταν αργά από πάνω της, αιχμαλωτισμένος από το γράπωμά της. Ο ένας δεν ήθελε ν’ αφήσει τον άλλο, σαν να μην υπήρχε αύριο γι’ αυτούς.

Κοιτάζοντας τα διακλαδωμένα, γυμνά γυναικεία πόδια, ένιωσε, απ’ το ανομολόγητο σκίρτημα μέσα του, πως αυτό ήταν μια κάποια αφύπνιση, μια εικόνα απ’ τη ζωή που αδημονούσε να αγγίξει: εμφανίστηκε μπροστά του μέσα από αυτή τη ρωγμή. Τι ζητούσε από εκείνον; Μια κατάδυση.

Δεν ήξερε τότε πως αυτή ήταν μια στιγμή που θα έφερνε μέσα του σαν φυλακτό έως την ύστατη ώρα του. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, νόμισε πως άκουσε ξανά τους απαλούς βόγγους του κοριτσιού. Ηταν όπως το αθόρυβο, σιγαλό πέταγμα της κουκουβάγιας. Κανένα προμήνυμα θανάτου παρά μόνον αυτή η αίσθηση ελευθερίας. Το εξαίσιο πέταγμα.