ΒΙΒΛΙΟ

Η απαρηγόρητη δυστυχία της Σιμόν Βέιλ

Η απαρηγόρητη δυστυχία της Σιμόν Βέιλ

Τέλη Μαρτίου 1942, η Σιμόν Βέιλ θα επισκεφθεί δύο διαδοχικές μέρες (ή μάλλον νύχτες) τον συγγραφέα Ζοέ Μπουσκέ (Joë Bousquet, 1897-1950), στο σπίτι του στην Καρκασόν, όπου ζούσε κατάκοιτος πάνω στο κρεβάτι, σε ένα δωμάτιο με κλειστά παντζούρια, στο οποίο δεν έμπαινε ποτέ το φως του ήλιου. Μια σφαίρα τον είχε διαπεράσει, σε μία από τις τελευταίες μάχες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τσακίζοντας τη σπονδυλική στήλη του. Εζησε έκτοτε κλεισμένος εκεί, γράφοντας, διαβάζοντας, αλληλογραφώντας, συντροφιά με αγαπημένους πίνακες στους τοίχους (Πάουλ Κλέε, Μαξ Ερνστ κ. ά.) και το όπιο για να τον ανακουφίζει από τους πόνους. Κύριος σκοπός της επίσκεψής της ήταν να ζητήσει και να λάβει από τον παρασημοφορημένο, κατάκοιτο πολεμιστή επιστολή υποστηρικτική του σχεδίου της για την εκπαίδευση νεαρών γυναικών ως νοσοκόμων της πρώτης γραμμής του πολέμου. Η συνάντηση αυτή θα γεννήσει στην ψυχή του Μπουσκέ ένα ισχυρό αίσθημα φιλίας για τη Βέιλ, στο οποίο εκείνη θα ανταποκριθεί με θέρμη, όπως φαίνεται στα γράμματα που θα του στείλει τον Απρίλιο και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς.

Δεν πρόκειται ουσιαστικά για αλληλογραφία, αφού από τα εφτά γράμματα όλα κι όλα τα έξι είναι της Βέιλ και ένα μόνο του Μπουσκέ (με το οποίο απαντούσε στο αίτημά της). Τα γράμματα δεν μας ήταν άγνωστα, αλλά μόλις πέρυσι εκδόθηκαν για πρώτη φορά συγκεντρωμένα, σε ένα τομίδιο, με εκτενή εισαγωγή και εξαντλητικό υπομνηματισμό, από τη Florence de Lussy και τον Michel Narcy: «Simone Weil et Joë Bousquet, Correspondance 1942», εκδόσεις Claire Paulhan, 2019. Ανάμεσα στα γράμματα αυτά είναι και το πολύ σημαντικό  πέμπτο γράμμα (σ. 137-155), ήδη γνωστό από παλιά, της 12ης Μαΐου 1942, το οποίο θα συζητήσουμε παρακάτω. Την ίδια μέρα μάλλον, και δύο μέρες πριν πάρει το καράβι από τη Μασσαλία για τη Νέα Υόρκη, θα γράψει και την περίφημη εκτενή επιστολή της στον π. Περρέν (Perrin), γνωστή υπό τον τίτλο «Autobiographie spirituelle». Πολλά είναι κοινά στα δύο γράμματα, υπάρχουν όμως και πράγματα που λέει στον ένα και δεν λέει στον άλλο. Πρέπει να διαβάζονται δίπλα δίπλα, και οπωσδήποτε μαζί τουλάχιστον με τον τόμο VI.3 των Απάντων της (Gallimard, 2002), που περιέχει τα Τετράδιά της από τον Φεβρουάριο ώς τον Ιούνιο 1942.

Η Βέιλ ένιωσε αμέσως βαθύ ψυχικό δέσιμο με τον Μπουσκέ, γι’ αυτό και τα γράμματά της προχωράνε πολύ πέρα από το σχέδιό της για τις νοσοκόμες του μετώπου. Την ενώνει μαζί του η κοινή οδύνη. Του γράφει με σπαρακτική ειλικρίνεια για τις ανελέητες ημικρανίες που την ταλανίζουν από το 1930: «Εδώ και δώδεκα χρόνια, με κατοικεί ένας πόνος τοποθετημένος γύρω από το κέντρο του νευρικού συστήματος […], που διαρκεί και μέσα στον ύπνο και δεν υποχωρεί ούτε δευτερόλεπτο» (σ. 146). Ο φυσικός πόνος την οδηγεί σε μίσος και απέχθεια για τον ίδιο της τον εαυτό (σ. 148), πιστεύει ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει φιλία για αυτήν (σ. 149), σκέφτεται τον θάνατο ως λύτρωση (σ. 147). Η δυστυχία, αυτή η κεντρική ιδέα της σκέψης της, είναι δική της εμπειρία, την ξέρει από πρώτο χέρι. «Για να σκεφτείς τη δυστυχία, πρέπει να την κουβαλάς στη σάρκα, σφηνωμένη από πολύ πριν, σαν ένα καρφί, και να την κουβαλάς για καιρό, ώστε να έχει τον χρόνο η σκέψη να γίνει αρκετά δυνατή για να την κοιτάξει» (σ. 140). Η Βέιλ κρίνει ότι ο επί είκοσι τέσσερα χρόνια κατάκοιτος Μπουσκέ μπορεί να καταλάβει όσα σκληρά έχει να του πει για τη δυστυχία, ότι πρέπει δηλαδή να μένει απαρηγόρητη, καθαρή, άμεικτη, ακήρατη, κάτι παραπάνω, ότι η μόνη παρηγοριά του δυστυχισμένου είναι κι άλλος πόνος, πρόσθετος πόνος, κι άλλο κακό (σ. 151)!  Μόνο στην κατάσταση ακινησίας, κυριολεκτικής ή μεταφορικής, που προκαλεί η απαρηγόρητη δυστυχία μπορεί να αυξηθεί και να καρποφορήσει εν υπομονή ο απειροελάχιστος σπόρος της θεϊκής αγάπης, που είναι ριγμένος στην ψυχή κάθε ανθρώπου (σ. 140). Ο κυριολεκτικά ακίνητος Μπουσκέ δεν θα απαντήσει στο γράμμα αυτό, ούτε στα δύο επόμενα. Η σχέση τους για αυτόν έχει λήξει.

Τι είναι αυτό άραγε που οδηγεί τη Βέιλ στην απόρριψη κάθε παρηγοριάς, ακόμη και της μεταθανάτιας; Είναι η ιδιότυπη εκείνη αλαζονεία των προνομιούχων του πόνου; Είναι η απανθρωπία συχνά των μυστικών;

Προσπαθώ να την καταλάβω. Η Βέιλ φτάνει, νομίζω, σε αυτή τη σκληρή ακρότητα, πιστεύοντας ότι μόνο όποιος ζήσει μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου, την απαρηγόρητη δυστυχία, μόνο αυτός μπορεί να κάνει δική του τη δυστυχία του κόσμου, τη δυστυχία των σκλάβων, εκείνων που δεν έχουν πρόσωπο. Μόνο μέσα από αυτή την προσωπική γνώση της απαρηγόρητης δυστυχίας, κυριολεκτικά στο πετσί σου, όπως ο Ιώβ, είναι δυνατόν να καταργήσεις την απόσταση που σε χωρίζει από τους δυστυχισμένους του κόσμου και να ταυτιστείς μαζί τους. Τότε και μόνο τότε  πια, πιστεύει η ακραία Βέιλ, θα δίνεις ψωμί στον πεινασμένο με τον ίδιο φυσικό τρόπο που τρως και συ όταν πεινάς, χωρίς να το σκέφτεσαι ή να το προαποφασίζεις. Το έλεος θα γίνει ένα με την αναπνοή σου. Αυτός είναι ο τρόπος μου να καταλάβω τη σκληρή ακρότητα αυτού του σπάνιου πλάσματος, χωρίς ωστόσο να δίνω άδικο και στον Ζοέ Μπουσκέ που αρνήθηκε να την καταλάβει.