ΒΙΒΛΙΟ

Αθέατα βαθιά σκοτάδια

Αθέατα βαθιά σκοτάδια

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ
Αθώα πλάσματα
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 266

Μια γυναίκα πηγαίνει στο γραφείο ενός ερευνητή και του ζητεί να την παρακολουθήσει. Τρεις ημέρες αργότερα ο άνδρας γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αυτοκτονίας της γυναίκας, η οποία αυτοπυροβολήθηκε μπροστά στην κόρη της και στον κοινό εραστή τους. Ο ερευνητής και αφηγητής του μυθιστορήματος συναρπάζεται από το υφέρπον μυστήριο της υπόθεσης, στην οποία διακρίνει την αύρα δικών του παλαιών σκοτεινών ημερών.

Τον έλκουν όμως και τα οικουμενικά στοιχεία της τραγωδίας, που καταδεικνύουν ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι «παρά μια σαθρή κατασκευή όλο χαλάσματα και σκοτάδι». Η ολοένα βαθύτερη εμπλοκή του τον στρέφει μοιραία στην ιδιωτική του ιστορία, όπου έχει ενταφιάσει έναν θανάσιμο έρωτα.

Ο Αλέξης Σταμάτης δεν γράφει αστυνομικό μυθιστόρημα. Χρησιμοποιεί τα κλισέ του είδους για να ιχνηλατήσει τον υπαρξιακό ίλιγγο του αφηγητή. Ο τελευταίος, ένας μανιακός ερευνητής, αγωνιά να εξιχνιάσει κάθε λεπτομέρεια της πραγματικότητας, ξεψαχνίζοντάς την τόσο από μέσα όσο και απέξω. Ως «ο ιδανικός παρατηρητής της ανάσας και του ρόγχου», αναζητεί λυσσαλέα τα «ιριδίσματα μιας αντικαθρεφτισμένης ζωής».

Παρεισδύοντας σε αλλότριες ιστορίες, επιβεβαίωνε την πεποίθησή του πως η ζωή ήταν «ειδεχθής, φριχτή, αποτρόπαιη». «Ολα είναι διαχείριση σκοταδιού», συλλογίζεται. Αναδιφώντας τους εγγενείς γρίφους των ανθρωπίνων, κατάφερνε να συναλλάσσεται με τη ζωή, που εδώ και καιρό δεν του κινούσε το ενδιαφέρον.

Η μανία του ήρωα να αποδελτιώνει κάθε πτυχή της ατομικής του συνθήκης, προσέκρουε στην αδυναμία του να διαρρήξει το κρυφό μέρος της αλήθειας. Από την άλλη, ένας σαρωτικός σωματικός πόνος τον κυρίευε συχνά, διαλύοντας τις διανοητικές του αντοχές, αφήνοντάς τον ανήμπορο να παλινδρομεί ανάμεσα στις επαγωγές της λογικής και τα μετεικάσματα του παραλογισμού. Η ιδεοληπτική ανάγκη της εκλογίκευσης πιανόταν στο δόκανο του παραλόγου. Ο πόνος βυσσοδομούσε στις εσώτερες ρηγματώσεις της ύπαρξής του, φτάνοντάς τον στα όρια του λόγου. «Δεν μπορώ να ειπωθώ».

Είναι αξιοπαρατήρητη η κλιμακούμενη ταύτιση ανάμεσα στον ήρωα και στον εραστή των δύο γυναικών. Ο μυστήριος, σκοτεινός άνδρας συμβολοποιείται στα μάτια του αφηγητή σαν το δαιμονικό, κτηνώδες στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Ο «μεγαλοπραματευτής του σκοταδιού» τον είχε σύρει στο κέντρο του πολέμου που μαίνεται αδιάκοπα στα έγκατα της ζωής, τον είχε εγκαταστήσει στο εμπόλεμο πεδίο όπου την ενόρμηση του θανάτου αντιμάχεται η νοσταλγία της ηδονής. Εκείνος ο άγνωστος ήταν ίδιος ο πόλεμος, τον ανέπαλλαν οι ιαχές, ο βροντώδης αντίλαλος της μάχης. «Εγώ δεν είμαι παρά ένα φωνήεν στη γωνιά της λέξης». Η βίαιη αντιπαράθεση του αφηγητή με τον σκιώδη άνδρα μοιάζει με απόπειρα καταστολής του δικού του οικόσιτου κτήνους, το οποίο ανασάλευε στα σωθικά του, ερεθισμένο από την απώλεια της αγαπημένης γυναίκας.

Ο Σταμάτης ενθουσιάζεται από τις μυθοπλαστικές δυνατότητες που προσφέρουν οι πολλαπλές θεάσεις και αναπαραστάσεις της πραγματικότητας. Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης καταλαμβάνουν συλλογισμοί σχετικά με το άδηλο και το επιφανειακό, το ρητό και το υπόκωφο. Η εγκεφαλική πτυχή της πλοκής ευνοεί το ξέσπασμα αλυσιτελών προβληματισμών και ψυχαναλυτικών ερωτημάτων, σταθερών στην πεζογραφία του Σταμάτη, έχω όμως τη γνώμη πως ανασκαλεύει υπέρ το δέον το υποδόριο επίπεδο της αφήγησης. Ο τρόπος που εξαρχής δομεί την πλοκή τού επιτρέπει να κινηθεί σε απρόβλεπτες, εφιαλτικές διακλαδώσεις, που εγκιβωτίζονται στην ερεβώδη ιδιοσυστασία των τεσσάρων δραματικών προσώπων. Η αλληλεπίδρασή τους διανοίγει στις σελίδες ένα μέτωπο σφοδρών συγκρούσεων και υπαινικτικών ταυτίσεων, που μέσα από τους διαρκώς μεταβαλλόμενους συσχετισμούς δυνάμεων, εγείρει επίμονα το αίνιγμα της έκβασης. Οπως και αν έχει, ο Σταμάτης παραμένει καλός αφηγητής, ακόμη και όταν παραείναι σκεφτικός.