ΒΙΒΛΙΟ

Μια συνηθισμένη γυναίκα που αναπνέει

mia-synithismeni-gynaika-poy-anapneei

Αίφνης τα στήθη της, γράφει, είχαν απλωθεί πάνω στον κορμό της λόγω της βαρύτητας. Ενα ακίνητο σώμα –το σώμα μιας νεκρής– μοιάζει να υπακούει σε συντριπτικούς βαρυτικούς νόμους: ο τρούλος κατεδαφίζεται από ένα σεισμό βαθιά μέσα στο αίμα. Η ακινησία είναι ύπουλο πράγμα.

Είναι αρχές Αυγούστου και στο Λος Αντζελες έχει μια ωραία, ξερή ζέστη. Η ποιήτρια παρατηρεί τους άνδρες τραυματιοφορείς. Προσπερνούν τον πράσινο κήπο και τη μεγάλη πισίνα. Ισως να παρατήρησαν πόσο ακίνητο, πόσο θολό ήταν το νερό. Ισως ο ένας από τους δύο να μπορούσε να θυμηθεί τις φωτογραφίες που της είχε τραβήξει εδώ ο Λόρενς Σίλερ τον περασμένο Ιούνιο. Αν όχι, δεν έχουν την εικόνα της: γυμνή μέσα στο νερό, κρατώντας ένα ποτήρι κρασί. Εχουν μόνον την εικόνα αυτού του χλωμού, γαλακτώδους υγρού που τίποτα δεν το ανακινεί πλέον. Οι δύο άνδρες διεισδύουν στο άδυτο των αδύτων: στην κρεβατοκάμαρα. Εδώ της είχε τραβήξει μερικές παιχνιδιάρικες πόζες ο Τζορτζ Μπάρις, τον Ιούνιο και αυτός. Δεν θα μπορούσε κανένας να καταλάβει από τον ερωτισμό που απέπνεε ότι είχε λιγότερο από δύο μήνες ζωής μπροστά της. Ως συνήθως, οι φωτογραφίες ψεύδονται.

Στο διπλό κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια ο Μπερτ Στερν την είχε πριν από ελάχιστες εβδομάδες φωτογραφίσει γυμνή, με την τσαλάκα των σεντονιών να κρύβει την τσαλακωμένη της καρδιά. Μονάχα στα κοντινά πορτρέτα του Αλαν Γκραντ, στην τελευταία φωτογράφιση της ζωής της, διακρίνονται οι σκιές.

Αυτή δεν είναι που είπε «νόμιζα πως ήμουν το πιο δυστυχισμένο πλάσμα στον κόσμο ώσπου γνώρισα τον Μοντγκόμερι Κλιφτ»; Γι’ αυτή, που προκάλεσε αλυσιδωτά υγρά όνειρα σε ολόκληρο τον πλανήτη, δεν έγραψαν ότι δεν κατάφερε ποτέ να νιώσει ούτε έναν οργασμό;

«Εκτοτε αυτοί οι δύο άνδρες δεν ήσαν ποτέ οι ίδιοι ξανά», γράφει η ποιήτρια. «Αργότερα βγήκαν / έξω, όπως έκαναν πάντοτε, / για κάνα δυο ποτά, δεν μπορούσε όμως ο ένας / να κοιτάξει τον άλλο».

Ο ένας, μας πληροφορεί η ποιήτρια, είχε εφιάλτες, αλλόκοτους πόνους, υπέφερε από κατάθλιψη. Δεν μπορούσε να κάνει έρωτα πια. 

Ο άλλος έπαψε να ενδιαφέρεται για τη δουλειά του, η γυναίκα του, λέει η ποιήτρια, έδειχνε διαφορετική, το ίδιο και τα παιδιά του. «Ακόμα και ο θάνατος / έδειχνε διαφορετικός σε αυτόν – ένα μέρος όπου θα περίμενε / εκείνη».

Επειτα, το αινιγματικό κλείσιμο του ποιήματος (πιο αινιγματικό και από τον ίδιο τον θάνατο της σταρ): «Και ο ένας βρέθηκε να στέκεται μια νύχτα / κάτω από την κάσα μιας πόρτας που οδηγούσε στο δωμάτιο του ύπνου, / ακούγοντας μια γυναίκα να αναπνέει / απλώς μια συνηθισμένη / γυναίκα / ν’ αναπνέει».

• Το ποίημα είναι το «Ο θάνατος της Μέριλιν Μονρόε», από τη συλλογή «The Dead and the Living» (εκδ. Alfred Α. Knopf) της Σάρον Ολντς. Η Μέριλιν Μονρόε βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της το Σάββατο, 4 Αυγούστου του 1962.