ΒΙΒΛΙΟ

Η γυναίκα που ήθελε να γίνει δέντρο

i-gynaika-poy-ithele-na-ginei-dentro-2380682

ΧΑΝ ΓΚΑΝΓΚ
Η χορτοφάγος
μτφρ. Αμαλία Τζιώτη
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 208 

Μια γυναίκα, ξυπόλυτη, με λεπτό νυχτικό και μπερδεμένα από τον ύπνο μαλλιά στέκεται ακίνητη μπροστά από ένα ανοιχτό ψυγείο στη μέση μιας χειμωνιάτικης νύχτας. Οι φωνές του τρομοκρατημένου συζύγου της την επαναφέρουν στην τάξη, στην πραγματικότητα, όμως, το μόνο που καταφέρνουν είναι να μεταθέσουν για κάποιες ώρες την ειλημμένη απόφασή της: στο σπίτι τους δεν θα ξαναμπεί κρέας. Το επόμενο πρωί, ο κύριος Τζονγκ πασχίζει να διασχίσει την κουζίνα ακροπατώντας δίπλα σε σακούλες τροφίμων και τάπερ γεμάτα με χοιρινό, καλαμάρια, μοσχάρι, χέλια. «Τι διάβολο κάνεις τώρα;

Είσαι με τα καλά σου; Γιατί τα πετάς όλα αυτά;» της επιτίθεται. «Είδα ένα όνειρο», του αποκρίνεται ατάραχη.

Η Χαν Γκανγκ από τη Νότια Κορέα έγραψε τη «Χορτοφάγο» το 2007, αποδίδοντας μέσα από αλλόκοτες και σκληρές εικόνες την αγωνιώδη προσπάθεια μιας γυναίκας να απαλλαγεί από την ανθρώπινη φύση της και να ζήσει σαν δέντρο. Η αρχή γίνεται με την απόρριψη οποιασδήποτε τροφής ζωικής προέλευσης. Η ιδέα για το βιβλίο στριφογύριζε στο μυαλό της ήδη από τα χρόνια του πανεπιστημίου, όταν έπεσε πάνω σε μια φράση του μοντερνιστή ποιητή Yi Sang (1910-1937): «Πιστεύω πως οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι φυτά». To 1997 δημοσιεύει το διήγημα «Τα φρούτα της γυναίκας μου», το οποίο μιλάει για μια γυναίκα που μεταμορφώθηκε σε φυτό και μεταφυτεύθηκε από τον σύζυγό της σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους και, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, παρουσίασε το πρώτο της μυθιστόρημα με το ίδιο θέμα.

Οι βιβλιοκριτικοί της χώρας της το υποδέχτηκαν μάλλον χλιαρά. Δυσάρεστο, περίεργο, προκλητικό, ακραίο ήταν μερικά μόνον από τα επίθετα που επιφύλασσαν στο πρώτο συγγραφικό πόνημα μεγάλης φόρμας της συμπατριώτισσάς τους. Η Δύση, ωστόσο, είχε άλλη γνώμη. Η Χαν Γκανγκ  έκανε μεγάλη εντύπωση σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο και το 2016 απέσπασε με μια απόλυτα «εσωστρεφή» ιστορία το διεθνές βραβείο Μπούκερ.

«Η ηρωίδα μου δεν απορρίπτει απλά το κρέας, απορρίπτει την ανθρώπινη ωμότητα», εξηγεί η συγγραφέας σε μία από τις συνεντεύξεις της με αφορμή τη μετάφραση του βιβλίου στα αγγλικά. «Πίσω από τον αγώνα της ΓιόνγκΧιε να μεταμορφωθεί σε φυτό κρύβεται μια βαθιά απόγνωση και αμφισβήτηση για το ανθρώπινο είδος», σημειώνει.

i-gynaika-poy-ithele-na-ginei-dentro0
Δομημένο σε τρία χωριστά κεφάλαια, το βίαιο, σουρεαλιστικού ύφους μυθιστόρημα υιοθετεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Δομημένο σε τρία χωριστά κεφάλαια, το βίαιο, σουρεαλιστικού ύφους μυθιστόρημα υιοθετεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Η κεντρική ηρωίδα «απουσιάζει», τη δική της φωνή την «ακούμε» μόνον όταν διαβάζουμε τα ανατριχιαστικά, αιματοβαμμένα όνειρά της. Τα «πρακτικά», ωστόσο, της οδυνηρής πορείας της τα μαθαίνουμε από τρία οικεία της πρόσωπα: τον σύζυγό της, τον κουνιάδο της και τη μεγάλη της αδελφή.

«Πριν η γυναίκα μου γίνει χορτοφάγος, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ότι ήταν ένα άτομο ξεχωριστό», σπεύδει να μας πληροφορήσει ο άντρας της ΓιόνγκΧιε στην πρώτη, κιόλας, σελίδα. Μια επιμελής νοικοκυρά, μια διεκπεραιωτικά περιποιητική σύντροφος, ένας «βολικός χαρακτήρας» χωρίς ενδιαφέροντα ή πάθη που αποφάσισε να διαταράξει –χωρίς προειδοποίηση– τον καλοκουρδισμένο γάμο τους. Ο κύριος Τζονγκ γίνεται έξω φρενών με τον εγωκεντρισμό της γυναίκας του και την παράλογη απόφασή της να σταματήσει να τρώει κρέας, παρηγορείται, ωστόσο, πως είναι κάτι παροδικό που δεν θα αφήσει ίχνη στην κοινή τους ζωή. Πασχίζει, ενώ συγκροτεί το βαρετό προφίλ της, να εντοπίσει ένα «αξιοσημείωτο» στοιχείο που θα την έκανε ενδιαφέρουσα στα μάτια των τρίτων και το μόνο που βρίσκει… είναι πως δεν φοράει ποτέ σουτιέν. Ομως, δεν μπορεί με τίποτα να συνδέσει την απέχθειά της για τους στηθόδεσμους με την πεισματική άρνησή της να καταπιεί μερικές μπουκιές βοδινού.

Η εξήγηση

Την εξήγηση μας την προσφέρει η ίδια  ενόσω βρίσκεται σε λήθαργο στα επείγοντα νοσοκομείου: «Κάτι έχει κολλήσει στο στέρνο μου. Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι. Παρόλο που έχω σταματήσει να φοράω στηθόδεσμο, αισθάνομαι τον όγκο. Ολη την ώρα. Οσο βαθιά κι αν αναπνέω, δεν περνάει. Φωνές και ουρλιαχτά σε στρώσεις έχουν κολλήσει εκεί. Εξαιτίας του κρέατος. Εφαγα πολύ κρέας. Οι ζωές όλων των ζώων που έφαγα έχουν κολλήσει εκεί. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει. Κανείς δεν μπορεί να με κάνει να αναπνεύσω».

H συγγραφέας χρησιμοποιεί τη χορτοφαγία μόνον ως αφορμή για να μιλήσει για πιο καίρια και δυσεπίλυτα ζητήματα, όπως είναι η υπακοή στις επιταγές μιας πατριαρχικής, βαθιά συντηρητικής κοινωνίας, η (αν)ελευθερία επιλογής, η ερωτική βία, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, η ηθική του θανάτου, η έννοια της αδελφικής αγάπης, αλλά και του καθήκοντος. Ολα τα παραπάνω αναδεικνύονται αριστοτεχνικά μέσα από την εναντίωση της ΓιόνγκΧιε στην οικογένειά της και ιδιαίτερα στον πατέρα της, που προσπαθεί να της επιβάλει τη θέλησή του μπουκώνοντάς την κρέας με το ζόρι, και αργότερα στο επόμενο κεφάλαιο όταν η νεαρή –ψυχικά ασταθής– γυναίκα ενδίδει όλο λαχτάρα στις ερωτικές διαθέσεις του καλλιτέχνη κουνιάδου της, απλώς και μόνον επειδή είναι καλυμμένη σε όλο της το σώμα με ζωγραφισμένα λουλούδια. Περισσότερο από όλα γίνεται αντιληπτό πως τη μετάλλαξή της την έχει ανάγκη, όταν στην τελευταία ενότητα, πια, στέκεται –παρουσία της απελπισμένης αδελφής της– για ώρες, σε κατακόρυφη στάση, προσδοκώντας να βγάλει ρίζες στα χέρια. Συνεπής με την ανάγκη της να απαλλαγεί από το βάρος που αισθάνεται στα σωθικά της και αηδιασμένη με την ανθρώπινη κτηνωδία, ακολουθεί τον δρόμο της μεταμόρφωσης μέχρι το τέλος, πληρώνοντας κάθε τίμημα. Και ίσως είναι αυτή η συνέπεια που έκανε αρκετούς αναγνώστες και κριτικούς να πουν ότι μέσα στις σελίδες της Γκανγκ ψιθυρίζει ο «πεινασμένος καλλιτέχνης» του Κάφκα: «Πρέπει να πεινώ. Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Δεν μπορώ να βρω το φαγητό που μου αρέσει. Αν το έβρισκα, πιστέψτε με, δε θα έκανα καμιά φασαρία και θα έτρωγα καλά, όπως εσύ κι όλοι».