ΒΙΒΛΙΟ

Βαβέλ και Πεντηκοστή

shutterstock_88154914

Σύμφωνα με τη γνωστή βιβλική ιστορία του Πύργου της Βαβέλ (Γεν. 11:1-9), όταν οι άνθρωποι μιλούσαν όλοι μία μόνο γλώσσα, τους ήρθε η ιδέα να φτιάξουν μια πόλη και έναν πύργο: «Δεύτε οικοδομήσωμεν εαυτοίς πόλιν και πύργον, ου η κεφαλή έσται έως του ουρανού, και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα προ του διασπαρήναι επί προσώπου πάσης της γης [και να αποκτήσουμε όνομα, μήπως και διασκορπιστούμε σε όλη τη γη]». Το έργο αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση του Θεού: «Δεύτε και καταβάντες [αυτή είναι η παντοτινή κίνηση του Θεού, να κατεβαίνει] συγχέωμεν εκεί αυτών την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσιν έκαστος την φωνήν του πλησίον». Ποια είναι η αμαρτία των κατοίκων της γης Σενναάρ; Είναι κακό να θέλεις να χτίσεις μια πόλη και έναν πύργο; Η ραββινική και χριστιανική ερμηνευτική παράδοση θεωρούν ότι η αμαρτία των κατοίκων ήταν η επιδίωξη της δόξας μέσω της ανθρώπινης δύναμης, η λατρεία της δύναμης, εντέλει δηλαδή η απιστία. Το «ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα» ερμηνεύεται ως παραγνώριση του Θεού, ειδωλολατρία και αθεΐα. Μήπως, όμως, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, με σημερινό λεξιλόγιο, ότι η αμαρτία τους είναι (και) η εργαλειοποίηση της σχέσης με τον Θεό; Θα πάμε στον Θεό κατευθείαν με έναν πύργο, με ένα εργαλείο (στη θέση του πύργου του βιβλικού μύθου, μπορεί ο αναγνώστης να βάλει πολλά άλλα, τις ακολουθίες, τις νηστείες, ακόμη και το βάπτισμα ή τη Θεία Κοινωνία).

Η αντίδραση του Θεού είναι να τους μπερδέψει τη γλώσσα ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν και το έργο να μείνει έτσι ημιτελές. Ο Θεός δηλαδή χολώθηκε με ένα κατόρθωμα των ανθρώπων και τους έκανε πολύγλωσσους για να τους τιμωρήσει; Αποτελεί η πολυφωνία τιμωρία; Ο Ρικέρ, που θέτει το ερώτημα αυτό, απαντάει αρνητικά («Le Juste 2», Editions Esprit, 2001, σ. 131-133). Αλλωστε στο τέλος τού αμέσως προηγούμενου κεφαλαίου (10: 31), όπως έχει επισημάνει ο Ουμπέρτο Εκο («Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας», Ελληνικά Γράμματα, 1995, σ. 29-30), η πολυγλωσσία θεωρείται δεδομένη πραγματικότητα («ούτοι υιοί Σημ εν ταις φυλαίς αυτών κατά γλώσσας αυτών εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών»).  Οχι, η τιμωρία του Θεού, γιατί περί τιμωρίας πρόκειται, δεν είναι η πολυγλωσσία, αλλά η απόλυτη αδυνατότητα συνεννόησης και επικοινωνίας, η σύγχυση (babel, που είναι το εβραϊκό όνομα της Βαβυλώνας, σημαίνει στα εβραϊκά  σύγχυση). Αν η πολυφωνία είναι το κακό που τους στέλνει ο Θεός ως τιμωρία –εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο του μύθου–, τότε η ομοφωνία και η ομοείδεια θα έπρεπε εξ αντιδιαστολής να είναι το καλό. Το αμάρτημα της Βαβέλ όμως συντελείται από ομοφώνους – μία γλώσσα μιλούσαν όλοι («χείλος εν και γλώσσα μία», κατά τους 0΄). Αρα, καμία ενότητα και καμία ομοφωνία δεν είναι καλή καθ’ εαυτήν. Το τέλος, ο σκοπός, η επιδίωξη είναι αυτά που κρίνουν την ομοφωνία (όπως και την πολυφωνία). Οι άνθρωποι της Βαβέλ «ουκ εις δέον εκέχρηντο τη ομοφωνία», όπως τονίζει επαναληπτικά ο Χρυσόστομος («Ομιλίαι εις την Γένεσιν», PG 53, 275, 277, 278). Το δέον είναι εκείνο που αξιολογεί την ομοφωνία (όσο και την ετεροφωνία). Η ενότητα μπορεί να γίνει συμπάγεια, κλειστότητα, αυτάρκεια, αλαζονεία, βία. Η ακραία βία μιας ενότητας που δεν έχει ούτε τον Θεό ως φραγμό στην επιδίωξη της δύναμης πρέπει να εμποδιστεί να ολοκληρώσει το έργο της. Αυτό ακριβώς έκανε ο Θεός, τους σταμάτησε. Το έργο τους έμεινε ανολοκλήρωτο, όπως κάθε έργο ανθρώπινης αλαζονείας.

Η χριστιανική απάντηση στη Βαβέλ είναι η Πεντηκοστή, που εορτάζουμε σήμερα. Η αφήγησή της στις Πράξεις των Αποστόλων (2:1-11) αποτελεί σημείο προς σημείο αναίρεση της Βαβέλ. Το Πνεύμα το Αγιον χαρίζει στους αποστόλους να μιλούν «ετέραις γλώσσαις» και ο καθένας από το συγκεντρωμένο πολυεθνικό πλήθος τούς ακούει στη δική του μητρική γλώσσα («έκαστος τη ιδία διαλέκτω») να εξηγούν «τα μεγαλεία του Θεού». Πολυφωνία, πολυγλωσσία, αλλά και ενότητα και κοινωνία και αγάπη (Πράξεις 2: 42-47), ad majorem gloriam Dei. Αυτή η απάντηση της Πεντηκοστής στη Βαβέλ αποτυπώνεται και στην υμνολογία της ημέρας. Εκτός από το γνωστό κοντάκιο της εορτής, που ψάλλεται και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος («Οτε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε …»), στον εσπερινό της Πεντηκοστής ψάλλεται και το εξής τροπάριο: «Γλώσσαί ποτε συνεχύθησαν, διά την τόλμην της πυργοποιίας· γλώσσαι δε νυν εσοφίσθησαν, διά την δόξαν της θεογνωσίας. […]

Τότε κατειργάσθη η αφωνία, προς τιμωρίαν· άρτι καινουργείται η συμφωνία, προς σωτηρίαν των ψυχών ημών».

Για αυτές τις λίγες αράδες του βιβλικού μύθου έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες στην ιουδαιοχριστιανική γραμματεία συνολικά. Η βιβλική αφήγηση είναι ισχυρά παρούσα και στη θύραθεν γραμματεία για διάφορες όψεις της (όπως, επί παραδείγματι, το ζήτημα της καταγωγής των γλωσσών). Ο μύθος  σταδιοδρόμησε και στις τέχνες, ιδίως στη ζωγραφική και ιδιαίτερα την ολλανδική του 16ου αι., με σταθμό τους δύο πίνακες του Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου, και περισσότερο τον πρώτο (1563). Πάνω από εκατό πίνακες έγιναν στην Ολλανδία την περίοδο αυτή με θέμα τον Πύργο της Βαβέλ. Αυτή η πληθωρική παραγωγή μένει ακατανόητη, αν δεν ενταχθεί στη διαρκή ερμηνεία και επανερμηνεία της Βαβυλώνας στην ιστορία της Ευρώπης. Για τον Λούθηρο και τους προτεστάντες της Ολλανδίας, Βαβυλώνα είναι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Προσθέτω αυτά τα λίγα λόγια, για να επαναλάβω ad nauseam ότι ο βιβλικός και θρησκευτικός αναλφαβητισμός μάς αποξενώνει από την κοινή ευρωπαϊκή ιστορία.