ΒΙΒΛΙΟ

Τα φαντάσματα του Ρόμπερτ Σούμαν

Τα φαντάσματα του Ρόμπερτ Σούμαν

Τη νύχτα της 17ης Φεβρουαρίου του 1854, ο Ρόμπερτ Σούμαν συνέθεσε το βασικό θέμα ενός πιανιστικού έργου το οποίο, όπως είπε στη γυναίκα του, Κλάρα, του το είχαν τραγουδήσει άγγελοι Κυρίου.

Την επομένη παρουσίασε μια αλλόκοτη συμπεριφορά, κάτι όχι πολύ ασυνήθιστο για εκείνον τα τελευταία χρόνια. Συχνά ισχυριζόταν πως συνομιλούσε με τα πνεύματα των νεκρών Σούμπερτ και Μέντελσον. Είχε μια αγωνία ότι τον καταδίωκαν δαίμονες.

Την Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου, ηρέμησε και μάλιστα κάθισε ξανά στο πιάνο και συνέθεσε μία σειρά παραλλαγών πάνω στο θέμα που του είχαν υπαγορεύσει αγγε-
λικές μορφές.

Ωστόσο, τη Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου, έφυγε από το σπίτι και κατευθύνθηκε προς τις όχθες του Ρήνου. Εκεί έπεσε στο νερό και αφέθηκε να πνιγεί. Ομως δύο περαστικοί τον έσωσαν και τον μετέφεραν σπίτι του.

Ηρέμησε και πάλι, τόσο που κάθισε και έφτιαξε αντίγραφα της αρχικής παρτιτούρας του «αγγελικού μουσικού θέματος». Αλίμονο, όμως, η τρέλα επέστρεψε δριμύτερη. Και αυτή τη φορά ο ίδιος ήταν που ζήτησε επίμονα να νοσηλευθεί. Η Κλάρα, η γυναίκα του, κατόπιν συμβουλής γιατρού, εγκατέλειψε το σπίτι τους προσωρινά.

Ο συνθέτης που στα νιάτα του ονειρευόταν να γίνει ποιητής, κατέληξε σε ιδιωτικό άσυλο έξω από τη Βόννη από το οποίο δεν ξαναβγήκε ποτέ. Ισχυριζόταν εκεί μέσα πως τον επισκέπτονταν πνεύματα που του έπαιζαν μουσική «εξαίσια» αλλά και «αποκρουστική». Πέθανε εκεί το 1856. Ηταν 46 ετών.

Το διάστημα που νοσηλευόταν είχε διαρκώς στον νου του την παρτιτούρα με το θέμα και τις παραλλαγές του, ζητώντας από την Κλάρα να του στείλει ένα αντίγραφο για να το ξαναδεί. Εμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Σούμαν, το οποίο αφιέρωσε στην Κλάρα.  Εγινε αργότερα γνωστό ως «Παραλλαγές Φάντασμα» (Geistervariationen σε μι ύφεση μείζονα είναι ο πρωτότυπος και πλήρης τίτλος). Σύμφωνα με τους μουσικολόγους, οι «άγγελοι» που ερμήνευσαν το βασικό θέμα του έργου δεν ήταν άλλοι από τον ίδιο τον Σούμαν, ο οποίος το είχε σκιτσάρει λίγο καιρό πιο πριν στα χαρτιά του μα το είχε ξεχάσει.

Δεν υπάρχει τίποτα το «παρανοϊκό» ή «δαιμονικό» στη μελαγχολική αυτή σύνθεση που μεταλλάσσεται διαρκώς μέσα από το στοιχείο των παραλλαγών. Ομως, έχει κάτι από το οποίο δύσκολα ξεφεύγεις. Δεν είναι μελωδία τόσο χτυπητή όσο μια φράση που μοιάζει να ειπώνεται ψιθυριστά αλλά που δεν την ξεχνάς. Εκανε και τη σύγχρονη μουσικό Τόρι Εϊμος να εμπνευστεί το τραγούδι «Το φάντασμά σου» το 2011.

Ενα φάντασμα που σε στοιχειώνει αλλά όχι με τον σκοτεινό τρόπο που παίζει βιολί ο Εριχ Ζαν στην απόκοσμη σοφίτα του, στη γνωστή ιστορία του Λάβκραφτ. Είναι κάτι άλλο. Με τους στίχους του Πάουλ Τσέλαν, ίσως είναι «το αντίβαρο που ζυγίζει το κενό, / το κενό που στο δρόμο / θα σου
κράταγε το χέρι».