ΒΙΒΛΙΟ

«Μαγικό βουνό» µε γυαλιά πρεσβυωπίας

capture--63

Στη δεύτερη ανάγνωση, µε περασµένα πια τα εξήντα, επισήµανα στο «Μαγικό βουνό» κάτι που δεν θυµόµουν. Πόσο αργά, κυριολεκτικά βήµα βήµα, περιγράφεται η άφιξη του νεαρού Χανς Κάστορπ στο σανατόριο Μπέργκχοφ. Σχεδόν παρελκυστικά αναβάλλεται η ανάδειξη του απρόοπτου, όταν αυτός ο φοιτητής ναυπηγικής από το Αµβούργο (έχει πάει στο Νταβός της Ελβετίας για να δει τον νοσηλευόµενο εξάδελφό του) θα διαγνωστεί με την ίδια πάθηση και θα υποχρεωθεί να παραµείνει εκεί.

Δεν θυµόµουν µε πόση βραδύτητα, πριν αναδειχθεί ο πυρήνας της ιστορίας –φορτωµένης από ιδέες για την πολιτική, την τέχνη και κυρίως την ύπαρξη–, παρουσιάζονται τα στοιχεία του τόπου. Ο νοσηλευόµενος Γιοάχιµ υποδέχεται τον εξάδελφό του και αρχίζει να του δείχνει τον κόσµο του: τον θυρωρό τού διεθνούς ιδρύµατος («µε πηλήκιο και λιβρέα»), την κοιλάδα όπως φαινόταν εκείνο το σούρουπο «στη θλιβερή µεταβατικότητα που υπάρχει λίγο πριν πέσει ολοκληρωτικά η νύχτα», τα δωµάτια, τους ασθενείς, τον γιατρό (κυνικό όσο είναι επαγγελµατικά αναγκαίο), που του µιλάει για τον θάνατο, ακόµη και για την ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου, εκεί όπου «οι εβδοµάδες φαίνονται σαν µια µέρα». Για δεύτερη φορά σε τριάντα χρόνια οδηγήθηκα στο Νταβός. «Είχε σούπα από σπαράγγια, ντοµάτες γεµιστές, ψητό, γλύκισµα και µια πιατέλα µε τυριά και φρούτα». Ο Γιοάχιµ τρώει πάντα στην ίδια θέση, µε την πλάτη στην είσοδο. Διαβάζει μάλιστα ένα βιβλίο, θέλοντας να αποφύγει τους άλλους.

Οι αναδροµές στο παρελθόν του επισκέπτη, η παιδική ηλικία µε τα πρώιµα πένθη, η απώλεια του πατέρα και της μητέρας, η κηδεµονία και ο θάνατος του παππού του (η επιτηδευµένη περιγραφή του φερέτρου µε τη µύγα στα χέρια του  νεκρού) αναβάλλουν την εξέλιξη: «Είναι υπέροχο που ήρθες, είπε ο Γιοάχιµ και η ήρεµη φωνή του ακούστηκε συγκινηµένη». Μετατίθεται η συνάντηση µε τους συναρπαστικούς χαρακτήρες του έργου, τον Νάφτα και τον Σετεµπρίνι (ιησουίτη και ουµανιστή-δημοκράτη, αντίστοιχα), που οι λυσσαλέες φιλοσοφικές διαμάχες τους αφορούν κεφαλαιώδη ζητήματα (το ιερό, την ομορφιά, τον χρόνο).

Ο αφηγητής χρονοτριβεί με την περιγραφή της πρώτης ηµέρας, την ενόχληση του επισκέπτη απ’ τη συνεύρεση ενός ζευγαριού στο διπλανό δωµάτιο, τη γνωριµία µε τον γιατρό Μπέρενς: «Θα ήσασταν καλύτερος ασθενής απ’ τον εξάδελφό σας, βάζω στοίχηµα. Βλέπω στον καθένα αν µπορεί να γίνει καλός άρρωστος, γιατί χρειάζεται ταλέντο και γι’ αυτό. Ο εξάδελφός σας µε παιδεύει, επιθυµεί να φύγει, ούτε ένα χρονάκι δεν θέλει να µας χαρίσει». Και προβλέποντας πως ο επισκέπτης θα βρει γοητευτικές νοσηλευόµενες, ξεκινά το παιχνίδι της οιωνοσκοπίας: «Με τον δείκτη και τον µέσο τράβηξε το ένα του βλέφαρο προς τα κάτω. “Αναιµικός, φυσικά. Βέβαια, αναιµικός”». Είχα ξεχάσει πολλά. Δεν θυµόµουν ούτε καν ότι ο Χανς Κάστορπ ήταν φίλος του καπνού. Το «“πούρο υδραργύρου” (µεταφορά του γιατρού Μπέρενς για το θερµόµετρο) του θύµισε τα πούρα του και έβγαλε από την ασηµένια θήκη ένα δείγµα από τα “Μαρία Μαντσίνι”».

Αυτά κάπνιζε στις πρώτες πεντακόσιες σελίδες, µέχρι να αλλάξει την προτίµησή του υπέρ ενός άλλου, ιδιαίτερα προσεγµένου πούρου, του «Ριντλίσβουρ», µε φύλλα εξαιρετικής ποιότητας, πιο κοντόχοντρο απ’ τη «Μαρία», µε µαλακό, υπάκουο χαρακτήρα και γκρι-σουρί χρώµα. «Καιγόταν οµοιόµορφα», διαβάζουµε, «με κάτασπρη σταθερή στάχτη». Εκτός από την αργόσυρτη εισαγωγή που εντοπίζω στη δεύτερη ανάγνωση, ξέρω µε βεβαιότητα πως η τρίτη θα µε οδηγούσε σε πολλές ακόμη παρατηρήσεις: στα ανεντόπιστα παιχνίδια των υπαινιγµών («είχε το θερµόµετρο στο στόµα και δεν µπορούσε να µιλήσει καθαρά»), στη διαρκή πλοκή του στοχασμού µε την ποίηση, στις αναρίθμητες εικόνες («τη συβαριτική λακκουβίτσα σε ένα µάγουλο», «το χιόνι που έλιωνε διάτρητο και πορώδες»).

Δεν πρέπει να αποτολµούµε ορισµένες αναγνώσεις πολύ νέοι. Πληθωρικοί και αφελείς, χάνουµε ένα µεγάλο µέρος των βιβλίων. Υπάρχουν στρώµατα ωριµότητας που εµφανίζονται αργά. Κάποιος κατέγραψε την εµπειρία τού εντελέστερου διαβάσµατος, οµολογώντας πως ενώ σ’ ένα διάσηµο µυθιστόρηµα, πριν από χρόνια, τον είχαν κερδίσει τα φλογερά συναισθήµατα της µοιχαλίδας, ως ηλικιωµένος συγκινήθηκε από τη µοίρα του συζύγου (του Αλεξέι Καρένιν). Το ίδιο συνέβη, πρόσθετε, ξαναδιαβάζοντας τον Πολ Μοράν, που απ’ την πρόζα του εκπέµπεται ένας πολιτικά ύποπτος σαρκασµός: «Στη Βενεζουέλα κυριαρχούν οι µιγάδες. Ακόµα και τα ζώα δηµιουργούν ενώσεις άγνωστες στη φύση. Οι σκύλοι µοιάζουν µε υπογρύππες, τα γαϊδούρια µε ψάρια και τα ψάρια µε άλογα»!

Η ωριµότερη ανάγνωση γίνεται µε γυαλιά πρεσβυωπίας. Πριν από τριάντα χρόνια πρωτοδιάβασα τους διαλόγους του Νάφτα µε τον Σετεµπρίνι. Ηταν μια κατάχρηση της ευφράδειας. Ιδεολογική διαμάχη δύο πλευρών που υπεράσπιζαν, αντίστοιχα, το αμετάβλητο της µοίρας και τον προορισμό της ανθρωπότητας στην εξέλιξη. Τώρα, επιφυλακτικός µε τα οράµατα –ταϊσμένος με μισόν αιώνα Ιστορίας–, µπορώ να οµολογήσω ότι δεν βρίσκω πια αυτονόητη την αισιοδοξία του ουµανιστή. Ο μυστικιστής αντίπαλός του εκπροσωπεί και δικές μας πνευματικές διαθέσεις: την αμφιβολία για τη φύση και το σώμα, την προφητική βεβαιότητα για «το χρήμα που θα γίνει Καίσαρ», τη χειραφέτηση που θα καταλήξει στον τρόμο. Τελεία, παράγραφος.

Είπα για την ωριµότερη ανάγνωση που πάντοτε περιµένει. Τη δεκαετία του ’60 είδα να καίνε στην κουζίνα ενός εστιατορίου τα πολύτιµα βιβλία ενός λόγιου γέροντα που είχε πεθάνει. Η γυναίκα του τους επιφύλασσε αυτή την άδοξη μοίρα, όµως µόνον τώρα, έπειτα από πενήντα πέντε χρόνια, µπορώ να υπολογίσω στα κίνητρά της το σιωπηλό μίσος ή τον ανταγωνισµό µε αυτά, κάτι που πιθανόν σκίαζε για χρόνια τον γάμο της. Η σχέση μας με το κείμενο είναι πάντα ανολοκλήρωτη. Στο συμβόλαιο κάθε ανάγνωσης αγνοούμε σημαντικές ρήτρες. Η ανυπαρξία μας θα είναι το τέλος ενός εαυτού που κάθε φορά παρακολουθούσε πιο υποψιασμένος ένα έργο. Θα είναι η απώλεια εκείνων που εντοπίζαµε, φανταζόµασταν, παραβλέπαµε, στη γραπτή σελίδα. Αυτό θα συµβεί: Απουσιάζω σηµαίνει (και) ότι ένας κόσμος με προσωπικές ερμηνείες δεν θα εµφανιστεί, δεν θα υπάρξει ποτέ πια.

* Ο κ. Κώστας Μαυρουδής είναι συγγραφέας, συν-εκδότης του περιοδικού «Το Δέντρο», στο επόμενο τεύχος του οποίου θα δημοσιευθεί το παρόν κείμενο.