ΒΙΒΛΙΟ

Από το ενθάδε στο επέκεινα

gymnos

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ
Γυμνός
εκδ. Εντευκτήριο, σελ. 154

«Δυστυχώς, για όλους υπάρχει σπίτι σε αυτήν την πόλη». Δύο άνδρες βρίσκονται παρατημένοι, εξαιτίας μιας αναποδιάς, σε μια αδιανόητη χώρα. Ο ένας, μεσήλικας, εξοργίζεται με την απρόσμενη εξορία, ενώ ο άλλος, βαριά άρρωστος, ψυχομαχεί σε ένα αναπηρικό καρότσι. Περιδιαβαίνοντας στην πόλη συνομιλούν με περίεργους τύπους, που επιτείνουν τον οικιστικό παραλογισμό. Ερημες λεωφόροι, τσιμεντένια κτίρια, αφώτιστες είσοδοι πολυκατοικιών, βουβά παράθυρα, όλα κενά από σημάνσεις, βυθισμένα σε ωχρή ομίχλη. Το πιο παράξενο είναι πως οι γηγενείς ή οι μέτοικοι της ζοφερής πολιτείας επιμένουν πως οι δύο ξένοι έχουν και αυτοί σπίτι στην πόλη.

Υστερα από τον αξιοπρόσεκτο «Αναποδογεννημένο» (Εντευκτήριο, 2016) ο Χρήστος Χρηστίδης επανεμφανίζεται με μια ιλαρή περιήγηση σε μια νεκρόπολη. Οι συνδηλώσεις του θανάτου είναι διάσπαρτες στην αφήγηση, ενώ τα διαλογικά μέρη υπονοούν ότι οι δύο ξένοι πορεύονται προς την τελευταία τους κατοικία. Ακρως αλλόκοτοι οι αυτόκλητοι νεκροπομποί. Ενας τούς πληροφορεί πως έχουν φτάσει σε τερματικό σταθμό απ’ όπου δεν γίνονται πλέον αναχωρήσεις. Αλλος τους προειδοποιεί πως θα ήταν καλύτερο να μη βρουν το σπίτι τους. Ενας άλλος τους λέει απερίφραστα: «Εδώ, είμαστε όλοι νεκροί!», προσθέτοντας στη δυσοίωνη δήλωση: «Το σπίτι σας είναι ο τάφος σας». Ενα κοριτσάκι που παίζει με ένα περίστροφο, υποδηλώνοντας έτσι την αιτία του θανάτου του, λέει στους δύο άνδρες πως εκεί όλοι μένουν μόνοι και κανένας δεν φεύγει. «Δεν υπάρχει μετά». «Γιατί έμεινε μόνο το πριν».

Σε αυτό το «πριν» περιηγούνται οι δύο άνδρες, που στην ουσία είναι ένας, διχοτομημένος ανάμεσα στο ενθάδε και στο επέκεινα. Πιο κοντά στο τέλος, ο ηλικιωμένος ανακαλύπτει στις ιστορίες των κατοίκων δικές του μνήμες, αλγεινά στιγμιότυπα, που αχνοφέγγουν στα έγκατα του νου. Ο ετοιμοθάνατος καταλαβαίνει πως η γεύση του χώματος είναι διαφορετική από στόμα σε στόμα. Εκείνος ο άλλος κόσμος, όπου περιπλανιόταν, επιζούσε μέσα του. Ηταν μια κοιλάδα νοσταλγίας. Οι συνειρμοί, που αναρριπίζουν στη συνείδησή του οι παράφρονες συνομιλίες, αποτελούν τα πιο συγκινητικά κομμάτια του βιβλίου. Ο Χρηστίδης συλλογίζεται πως «ο φόβος του θανάτου γεννά λυτρωτικό γέλιο». Επίλογος των σπαρταριστών διαλόγων είναι ο ρόγχος του ηλικιωμένου, απ’ όπου αναβλύζουν εικόνες άγριας οδύνης. Συναρπάζει, λόγου χάριν, η ιστορία της γυναίκας που έπασχε από μελαγχολία για το τέλος των πραγμάτων. Ο ηλικιωμένος θυμόταν τα αναφιλητά της και την ακατάπαυστη προσπάθειά του να την παρηγορεί λέγοντάς της ιστορίες δίχως τελείες.

Η παρενδυσία του μακάβριου σε ασύδοτη κωμικότητα θυμίζει την αιρετική γραφή του Σάκη Σερέφα. Μέσα από την περιπλάνηση του δισυπόστατου ήρωα σε μια γιγάντια οστεοθήκη, ο Χρηστίδης ακολουθεί μια ανάστροφη πορεία, από το εκεί στο κάποτε. Ετσι, από τον νεκροθάλαμο καταλήγει στο λίκνο, γιατί «το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα».

Ο άρρωστος άνδρας ανακαλύπτει στην τελευταία του κατοικία το πρώτο του σπίτι, το παιδικό του δωμάτιο. Εκεί μέσα τον παραμονεύει το πρωταρχικό τραύμα, το οποίο η μνήμη, λίγο προτού γίνει λήθη, περιθάλπει, διαμοιράζοντάς το σε αστείες εξιστορήσεις τεθνεώτων, κατοίκων μιας αμέριμνης χώρας.

Εντυπωσιάζει η απλότητα με την οποία ο Χρηστίδης χτίζει ένα δαιδαλώδες πολεοδομικό συγκρότημα θανάτου. Τίποτα δεν δείχνει εξεζητημένο. Ούτε η κωμωδία ούτε το δράμα. Η γραφή δεν αδημονεί για το ξάφνιασμα. Ο ήρωας κατευθύνεται στον τάφο του ακούγοντας τους νεκρούς να γελούν. Εκεί πέρα τελειώνουν όλα, «οι απαντήσεις, οι ερωτήσεις, οι λέξεις, ακόμα και οι σιωπές». Η αφήγηση απαλλάσσεται βαθμιαία από χαρά και λύπη, για να εκπνεύσει στην τελευταία σελίδα σε ένα αμετανόητο ερωτηματικό.