ΒΙΒΛΙΟ

«Τι θα κάνουμε πρώτο θέμα;»

grosman

Η Ολγα Σελλά ήταν καλή συνάδελφος. Και αγαπούσε αυτή τη δουλειά. Αγαπούσε την εφημερίδα, αγαπούσε να ζει την καθημερινότητα της αίθουσας σύνταξης όπως αγαπούσε επίσης να είναι «εκεί έξω»: σε κάποια συνέντευξη Τύπου ή σε κάποια δική της συνέντευξη, σε κάποιο φεστιβάλ, έκθεση βιβλίου, στη Θεσσαλονίκη, στην Κύπρο, στη Φρανκφούρτη, στο Ισραήλ ή στην Επίδαυρο.

Ομως, μισό λεπτό, δεν μου αρέσει ο παρατατικός: ακόμα τα αγαπάει όλα αυτά η Ολγα και, μετά την επί σειράν ετών μαχητική και μάχιμη θητεία της στο πολιτιστικό τμήμα της «Κ», συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπά μέσα από τον ηλεκτρονικό Τύπο, κυρίως καλύπτοντας θέματα της «όψιμης» αγάπης της, του θεάτρου (στην «Κ» είχε επί χρόνια αναλάβει το ρεπορτάζ του βιβλίου προτού περάσει, ήδη από τα χρόνια της στο Νέο Φάληρο, στο θέατρο).

Χαρακτηριστική φιγούρα στα γραφεία και τους διαδρόμους της «Κ», παρεξηγιάρα έως… παρεξηγήσεως πολύ συχνά, με σπάνιο φιλότιμο και εξίσου σπάνια εργατικότητα, η Ολγα Σελλά ήταν πρόθυμη να αναλάβει το οτιδήποτε αρκεί να βοηθήσει το τμήμα.

Αυτή η άσβεστη αγάπη της πέρασε σε αυτό το χρονικό με τον τόσο χαρακτηριστικό τίτλο «Πόσες λέξεις; Ενα μετα-πολιτιστικό ρεπορτάζ, 1995-2016» που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Στερέωμα. Μια προσωπική μαρτυρία που ζωντανεύει άλλες, παλαιότερες εποχές του πολιτιστικού ρεπορτάζ στην Ελλάδα (η Ολγα είναι βετεράνος, παλαίμαχος, όχι όμως και απόμαχη: στο τσακ δεν πρόλαβε τις… γραφομηχανές). Ζωντανεύει επίσης αρκετά αλησμόνητα πρόσωπα, εγχώρια αλλά και ξένα, και μπορεί να διδάξει πολλά σε όσους ονειρεύονται (ακόμα…) να κάνουν αυτή τη δουλειά.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ


Το βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Στερέωμα, ζωντανεύει αρκετά αλησμόνητα πρόσωπα και μπορεί να διδάξει πολλά σε όσους ονειρεύονται (ακόμα…) να κάνουν αυτή τη δουλειά.

«Πού ψάχναμε όταν δεν υπήρχε το google; Πού αναζητούσαμε πληροφορίες και στοιχεία για τα κείμενά μας, από πού αντλούσαμε φωτογραφίες για την εικονογράφησή τους; Πολύ απλά, τα γραφεία μας στέναζαν από ντοσιέ, φακέλους, βιβλία κάθε είδους. Είχαμε και έξτρα βιβλιοθήκες πίσω από το γραφείο μας, κι όλο ζητούσαμε επιπλέον φωριαμούς. Εκεί τοποθετούσαμε βιβλία αναφοράς, απ’ όπου θα μπορούσαμε να αντλήσουμε υλικό για έκτακτες περιπτώσεις και ρεπορτάζ. Κι όλοι τρέμαμε μην τύχει και σκάσει μεγάλη είδηση λίγο πριν από το κλείσιμο της σελίδας. Τότε ανατρέχαμε σε εκείνα τα βιβλία που στοιβάζαμε για τέτοιες ώρες ανάγκης στα γραφεία ή στις βιβλιοθήκες. Οι νεκρολογίες ήταν ο απόλυτος πανικός. Πώς να θυμάσαι πότε γεννήθηκε ο καθένας; Πότε έβγαλε το πρώτο του βιβλίο; Πότε ανέβηκε πρώτη φορά στη σκηνή; Πότε έκανε την πρώτη έκθεση; Πότε τραγούδησε για πρώτη φορά; Σε αυτές τις περιπτώσεις η διασταύρωση με συναδέλφους του ίδιου ρεπορτάζ, από άλλες εφημερίδες, ήταν πάγια και σωτήρια διαδικασία. Ή οι γνώσεις συναδέλφων, όπως του αξέχαστου Μιχάλη Κατσίγερα, που θυμόταν και ήξερε πάρα πολλά. Οταν εκδόθηκε το Θεατρικό Λεξικό, του αείμνηστου Θόδωρου Εξαρχου, είχαμε πανηγύρι. Μας έλυσε τα χέρια. “Ευαγγέλιο” ήταν για χρόνια. Μέχρι τα χρόνια του google – αυτού του εργαλείου που μπορεί να διευκόλυνε τα μέγιστα τη δουλειά μας, όμως με την πάροδο των χρόνων δημιούργησε και θεματάκια, που είναι φανερά στο σημερινό δημοσιογραφικό τοπίο. (…)

Ηταν (φαντάζομαι είναι ακόμα) ο µόνιμος βραχνάς όσων δούλευαν σε ημερήσια εφημερίδα: “Τι θα κάνουμε πρώτο θέμα;”; Συχνά δεν υπήρχε μια τρανταχτή, ελκυστική ή πρωτότυπη είδηση που να κυριαρχεί στη σελίδα – αυτό σημαίνει πρώτο θέμα, cover story όπως λέμε πια. Και υπήρχαν φορές που έφτανε οκτώ η ώρα το βράδυ –στις οκτώ και μισή το αργότερο έπρεπε να έχουν κλείσει οι σελίδες– και πρώτο θέμα δεν είχαμε. Και τότε ακουγόταν η Μαρία Κατσουνάκη να λέει την περίφημη ατάκα (για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της πρωτίστως): “Ο καλός Θεός αγαπάει τους καλούς ανθρώπους”! Και πάντα βρισκόταν το πρώτο θέμα, πώς αλλιώς; Ξεσκονίζαμε τις ατζέντες μας, εντοπίζαμε τα θέματα που θα μπορούσαν να έχουν είδηση, βασανίζαμε τους συγγραφείς, τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες με τους οποίους είχαμε καλύτερη σχέση και κάτι έβγαινε. Είμαι σίγουρη ότι μας έχουν μισήσει πολλοί άνθρωποι που τους τηλεφωνούσαμε τις πιο απίθανες ώρες, ζητώντας απαντήσεις και δηλώσεις για να βγάλουμε εμείς το θέμα μας. Φυσικά, αρκετές φορές τραβούσαμε από τα μαλλιά ρεπορτάζ που θα μπορούσαν να είναι το πολύ διακόσιες λέξεις (να πάλι οι λέξεις), τα ντύναμε με ένα άλλο κουστούμι και τα κάναμε… πρώτα,  – υποτυπώδες, αλλά αναγκαίο marketing και πολύ ωφέλιμη εκπαίδευση: στην ετοιμότητα και τη φαντασία. Ε, με το Internet και µε τη δυνατότητα να αντλούμε θέματα από ξένες εφημερίδες, τα πράγματα έγιναν πολύ πιο εύκολα. Χάσαμε, όμως, την ετοιμότητά μας. ​​​​​​

Σε κάθε περίπτωση, είτε υπήρχαν είτε δεν υπήρχαν δυνατά θέματα, το ζήτημα ήταν πώς θα “πουλάγαμε” το θέμα μας στον αρχισυντάκτη μας – µια δεξιότητα που ποτέ δεν κατέκτησα επαρκώς. Βέβαια, αν “έσκαγε” σοβαρή είδηση, ξηλωνόταν η σελίδα και το πρώτο θέμα γινόταν δεύτερο, τρίτο ή πεταγόταν εντελώς, με κριτήριο, βέβαια, το τι “καίγεται”. Καθόλου δεν µας άρεσε βέβαια η αναγκαστική συρρίκνωση των θεμάτων μας. Γιατί και σε αυτό μοιάζουμε με τους ηθοποιούς. Ολοι θέλουμε ψηλά το όνομά μας στη… μαρκίζα».