ΒΙΒΛΙΟ

Θάνατος, Ποιητής, Μύγα, Κότα

serefas

ΣΑΚΗΣ ΣΕΡΕΦΑΣ
164
(ποιήματα 1983-2013)
εκδ. Νεφέλη, σελ. 296

Ο Σάκης Σερέφας γνωρίζει άριστα τη μετρική και τη στιχουργία. Κατέχει το ανθρώπινο δράμα σε βάθος. Διαθέτει (μαύρο, ιδίως) χιούμορ, αυτοσαρκασμό, καθώς και μιαν αναγνωρίσιμη βορειοελλαδίτικη ιδιοσυγκρασιακή χροιά. Ως συνισταμένη των παραπάνω, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι και τα 164 ποιήματα που εκδίδει συγκεντρωτικά στο υπό συζήτηση βιβλίο είναι αξιόλογα. Ακόμη και υπό τις σημερινές συνθήκες υπερπροσφοράς της δημοσιευόμενης σύγχρονης ποιητικής παραγωγής αλλά και της εύλογης αγωνίας ότι η ζωή είναι πολύ μικρή και δεν προλαβαίνει να διαβάσει κανείς ούτε τους κλασικούς, ο χρόνος που θα αφιερώσει η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης σε λίγα ή περισσότερα από τα ποιήματά του δεν θα πάει χαμένος. Είναι ποιητής χορταστικός.

Τι επιδιώκει άραγε εκδίδοντας στα 60 του χρόνια άπαντα τα ποιήματα, έχοντας δημοσιεύσει την πρώτη συλλογή μόλις στα 23; Μια δικαίωση; Τη δικαιούται. Αν έπρεπε να δώσουμε μια συνοπτική περιγραφή των 164 ποιημάτων του –η μορφολογική και η θεματική τους ομοιογένεια μέσα στον χρόνο μας το επιτρέπει– θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα κόμικ μαύρου χιούμορ σε συνέχειες, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Θάνατος, ο Ποιητής, και η Μύγα. Κάμποσοι ακόμα χαρακτήρες γρήγορα γίνονται οικείοι και αναγνωρίσιμοι: ένα θεσπέσιο θηλυκό, μια μάνα, ένας πατέρας, ένας λαϊκός βορειοελλαδίτης. Guest star, αναμφίβολα η κότα. Το κόμικ εκτυλίσσεται σε έναν ιστό ποίησης υφασμένο με μαεστρία, που δεν στερείται, μάλιστα, ενός σιγασμένου, σπαραχτικού λυρισμού, για όποιον ξέρει να τον διακρίνει. Από τι είναι φτιαγμένος αυτός ο ποιητικός ιστός; Θα δανειστώ για να απαντήσω έναν στίχο, που είναι και τίτλος του καλύτερου, ίσως, ποιήματος αυτής της διαδρομής: «Απ’ το τίποτα».

Θα συμβούλευα όποιαν ή όποιον επιθυμεί να αναβιώσει την παραδοσιακή φόρμα, να δει και αυτούς τους ανάπαιστους: «Στον παλιό καναπέ καθισμένη/ μ’ ένα φως αλογόνου λουσμένη/ την κλωστή της περνά σιωπηλά/ απ’ το τίποτα». Στην τέταρτη στροφή του ποιήματος το αρχικό μέτρο εγκαταλείπεται. Παίρνουμε τη συνήθη δόση ωμού ρεαλισμού, τον οποίο δεν εννοεί να αποχωριστεί ο Σερέφας: «δες το στέρνο πως λιανίζει σκεβρό τη νυχτιά/ δες τους ήρωες κιρσούς μες στα αίματα τα πηχτά/ τώρα κοίτα τα ψεύτικα δόντια πώς κόβουν μπουκιά/ απ’ το τίποτα». Κι όμως, αυτή η απομυθοποίηση θα υψωθεί αμέσως κατόπιν λυρικά, στην κατακλείδα του ποιήματος: «“έι!” της κάνω “από πού έμαθες πώς/ να ημερεύεις το σκότος να βόσκει απ’ τη χούφτα σου φως;”/ κι αυτή μου απαντά γελαστά/ “απ’ το τίποτα”». Δεν ξέρω αν ορθά συναρμόζω (υπόκειται, νομίζω, και στα δυο μια γλυκιά συγκίνηση απέναντι στη μάνα ή τη γιαγιά που φθίνει και πεθαίνει) αυτό το ποίημα της ομώνυμης συλλογής (1994) με το ποίημα «Ανακομιδή άρον άρον» από τη συλλογή «Τρεις γάτες δρόμος» (2000): «α, μην ξεχάσω/ ρωτούν η Μπρουκ, ο Ριτζ, η Βίρνα και ο Δράκος/ πού χάθηκε η καλή μας; τη χώνεψε ο λάκκος;/ πού ’ναι τα βουρκωμένα μάτια της, το τρέμουλο στα χείλη;/ ποια συσκευή τα ρούφηξε; ποια κλειδωμένη πύλη;».

Αναρωτιέμαι αν για την κατανόηση τέτοιων ποιημάτων δεν είναι απαραίτητη η έστω εκ των υστέρων γνώση μιας εποχής, αλλά με τον ειδικό τρόπο που αυτή μας προσφέρθηκε π.χ. από το Λεξικό της Δεκαετίας του Ογδόντα των Βαμβακά/Παναγιωτόπουλου και από την έκθεση GR80s στην Τεχνόπολη (2017). Υπό αυτή την έννοια, πάντως, ο Σερέφας είναι, εκ των υστέρων, εμβληματικός ποιητής της εν λόγω δεκαετίας, στην οποία έκανε τα πρώτα του βήματα. Κι ας μην μπορούσε τότε αυτή να το(ν) αναγνωρίσει.