ΒΙΒΛΙΟ

Ανεκπλήρωτοι έρωτες που τους πήρε το κύμα

anekplirotoi-erotes-poy-toys-pire-to-kyma-2388656

Καλοί και άγιοι οι ρεμβασμοί πλάι στην ακροθαλασσιά. Ωφέλιμες και ιερές οι ελπίδες για μια αλλιώτικη ζωή που γεννά η απεραντοσύνη της θάλασσας. Ας μην κάνουμε ότι δεν το ζήσαμε έστω μια φορά: από όλους τους πιθανούς συνδυασμούς τοπίων και αισθημάτων, από όλες τις αυθαίρετες συσχετίσεις ανάμεσα στα σκαμπανεβάσματα του νερού και στα πηγαινέλα της καρδιάς, μία από τις πιο εθιστικές, από τις πλέον ικανές να συγκινήσουν ακόμα και τον πιο στρυφνό βουνίσιο, είναι εκείνη μεταξύ θάλασσας και ερωτικού καημού, θάλασσας και ανεκπλήρωτου έρωτα, θάλασσας και αποχωρισμού, επιθυμίας ατελέσφορης.

Και γιατί να αποκλείσουμε, θα πει κανείς, την επιθυμία που τελεσφόρησε; Μα γιατί τότε θα είχαμε λιγότερες ιστορίες να διηγηθούμε. Μία τέτοια ιστορία είναι κι ο έρωτας του Φλορεντίνο Αρίσα και της Φερμίνα Δάσα, που γεννιέται σε ένα λιμάνι της Καραϊβικής και εξιστορείται από τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» (εκδ. Λιβάνη, μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας). Είναι ένας έρωτας που για τον Φλορεντίνο Αρίσα συμπυκνώνει μία από τις αλήθειες που σπάνια ομολογούνται: ήταν «το βάρος που στήριζε τη ζωή του». Και ήταν ένας έρωτας-μαρτύριο, ένα μαρτύριο που ο Φλορεντίνο ήθελε να το χαρεί.

«Φιλοσοφικό» μυθιστόρημα

Ας τραβήξουμε από το ράφι τον «Μάγο» του Τζον Φόουλς (εκδ. Εστία, μτφρ. Φαίδων Ταμβακάκης). Ενα μυθιστόρημα «φιλοσοφικό» όπως λέγεται ή ένα μυθιστόρημα για την εξερεύνηση του γνωστού και άγνωστου εαυτού, για τη λογική και την πίστη, τη ζωή και τον θάνατο, τα ύψη και τα βάθη της τέχνης, τον πόλεμο και την ειρήνη, αλλά και για την αναζήτηση μια θολής επιθυμίας σε ένα ελληνικό νησί με πεντακάθαρα νερά, ένα νησί με ρυθμούς ανθρώπινους και ενίοτε μυστικούς. Ο ήρωάς μας, Νίκολας Ερφ, καθηγητής αγγλικών σε ένα σχολείο της «Φράξου», μπλέκεται στα δίχτυα ενός αινιγματικού κατοίκου ονόματι Μόρίς Κόγχις, κυρίως στον επώδυνο ιστό της προστατευόμενης του Κόγχι, Λίλης Μοντγκόμερι.

Ιδού πώς την περιγράφει ο Νίκολας, μια μέρα που ενώ κολυμπούσε, την αντίκρισε έξω, στην ακτή: «Στεκόταν εκεί, λαμπρή φιγούρα πάνω στα λευκόγκριζα βότσαλα, με την ώχρα του λόφου και τα πράσινα φυτά πίσω της. Αρχισα να κολυμπώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Προχώρησε μερικά βήματα πάνω στις πέτρες και μετά σταμάτησε και με παρακολουθούσε. Τέλος σηκώθηκα, στάζοντας, λαχανιασμένος και την κοίταξα. Ηταν περίπου δέκα μέτρα μακριά, φορούσε ένα εξαιρετικά χαριτωμένο καλοκαιρινό φόρεμα της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε σκούρες μπλε, λευκές και ροζ ρίγες και κρατούσε μια ομπρέλα με κρόσσια από το ίδιο ύφασμα. Φορούσε τον θαλασσινό αέρα σαν κόσμημα».

Σε ένα άλλο ράφι εκείνης της βιβλιοθήκης μας περιμένει η «Γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου (εκδ. Εστία). Οχι, δεν είναι ένα βιβλίο για τον χωρισμό. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ταυτότητα της ηρωίδας γράφει «Ρέα Φραντζή κι είναι μια γυναίκα χωρισμένη, μια γυναίκα που βγάζει εισιτήριο για την Πάτμο, που κοιτάζει τις σειρές των κυμάτων από το κατάστρωμα, που θέλει απλώς να φύγει. Δεν έχει μπει στη θάλασσα από τότε που ήρθε, πρέπει να διαλέξει τη στιγμή», γράφει ο Βακαλόπουλος. Κάποτε, συνεχίζει, της ήταν πολύ απλό να πάει για μπάνιο. Πλέον όμως, για λόγους της καρδιάς, «πρέπει να διαλέξεις με προσοχή τη στιγμή που θα πέσεις στη θάλασσα».

Ανεβαίνοντας για λίγο σε ένα νοητό κατάστρωμα, ας στραφούμε στον «Ναυαγό» του Αντώνη Τραυλαντώνη («Ιστορίες της θάλασσας», εκδ. Αιγόκερως) και ας ακούσουμε την ιστορία ενός μούτσου που σε μια φουρτούνα προσπάθησε χωρίς επιτυχία να σώσει τη νεαρή καπετάννισα· έκτοτε, ζει ημίτρελος σε ένα μοναστήρι, ελπίζοντας ότι η θάλασσα θα τη φέρει πίσω.

Ας ξεφυλλίσουμε το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλως» του Γεωργίου Βιζυηνού (ό.π.) και ας χαμογελάσουμε πικρά με τον ήρωα που στη διάρκεια ενός ταξιδιού ποθεί μια νεάνιδα, ενώ εκείνη αποδίδει την ερωτική του δυσφορία στην «τόσην τρικυμίαν». Θα μπορούσαμε επίσης να ακούσουμε έναν αγαπημένο αφηγητή θαλασσιών περιπετειών, τον Νίκο Καββαδία, που στο μυθιστόρημα «Η Βάρδια» (εκδ. Αγρα) δέχεται να πει στον συνομιλητή του την ιστορία της Marie Laure: «Ναι… Στάσου… Λες για εκείνη τη μικρή Γαλλίδα στο Bandol», λέει ο ήρωας με αυτό το μείγμα όρεξης και αδιαθεσίας που χαρακτηρίζει τον ερωτικό καημό. «Την ξανθιά, που δεν βαφότανε, που δεν έπαιζε στη ρουλέτα, που καθόταν ξαπλωμένη στη βεράντα του φτηνού ξενοδοχείου. Ε… γι’ αυτή; Δεν ξέρω… Δεν την ξανάδα… Με με τραντάζεις έτσι… Δεν την αγαπούσα. Στη θάλασσα που ταξιδεύω. Δεν… Εγώ μονάχα τη θάλασσα…».

Οφείλουμε όμως μια στάση στο ράφι της Ενατης Τέχνης. Ας επιλέξουμε εδώ τη μελωδική «Μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας» του Ούγκο Πρατ (εκδ. Ars Longa, μτφρ. Αρης Μαλανδράκης) με πρωταγωνιστή τον τυχοδιώκτη με τη χρυσή καρδιά, τον Κόρτο Μαλτέζε. Μπλέκεται σε αμέτρητες περιπέτειες ο ήρωάς μας κι ας είναι η πρώτη του ιστορία, δημοσιευμένη το 1967: άσπλαχνοι λαθρέμποροι, δαιμόνιοι αυτόχθονες, λιγομίλητοι Γερμανοί αξιωματικοί τον κυνηγούν ή τον διευκολύνουν κι όλα αυτά, με φόντο τον Ειρηνικό Ωκεανό. Στο τέλος, η καρδιά του Κόρτο Μαλτέζε χτυπάει μόνο για την Πανδώρα Γκρούβεσνορ κι ας μην παραδέχθηκαν ποτέ τα αμοιβαία αισθήματά τους. Σε μία από τις πιο δυνατές σκηνές αποχωρισμού εν πλω, αφού κοιταχτούν για μερικές στιγμές, η Πανδώρα του ανακοινώνει ότι δεν θα τον ακολουθήσει. «Το ξέρω», αποκρίνεται εκείνος.

Η πρωταρχική αγάπη

Να θυμηθούμε και το «Ονειρο στο κύμα» ή το «Ερως-Ηρως» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Κάποιος μπορεί να μας επισήμαινε ότι οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, της ξηράς ή της θαλάσσης, τα βάρη που στηρίζουν τις ζωές μας, τελικά μας ακινητοποιούν, χώρια που κρύβουν την ανάγκη για μια αγάπη πρωταρχική. Ας είναι. Αντιπρόταση, υπάρχει. «Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις», λέει σε ένα ποίημά του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Για να καταλήξει: «Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πέντε-έξι. Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει».