ΒΙΒΛΙΟ

Ενας πιστός του λόγου

papagiorgi

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
Τα βιβλία των άλλων
εισαγωγή: Δημήτρης Καράμπελας
επιλογή κειμένων: Γιάννης Αστερής, Δημήτρης Καράμπελας
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 444

Πάθος. Αυτή η λέξη απομένει σαν κυρίαρχη αίσθηση από την ανάγνωση των βιβλιοκριτικών του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014). Ο κριτικός του λόγος φανερώνει μια ολόθερμη σχέση με τα βιβλία, έναν άνθρωπο απόλυτα και διά βίου αφοσιωμένο στη γραμμένη σελίδα. Ειρωνικός αλλά και αβρός, εμβριθής αλλά και παιγνιώδης, λόγιος αλλά και λαϊκός, ο Παπαγιώργης συστήνει λογοτεχνικά έργα με τα οποία φαίνεται να έχει αναπτύξει μια περιπαθή, ενίοτε μακρόχρονη, συνομιλία, που μόνο το απόσταγμά της μένει στο κριτικό κείμενο. Ολιγόλογη, όσο και εξόχως πυκνή, η γραφή του διαπρέπει σε εκπληκτικές υφολογικές μινιατούρες.

Οπως σημειώνει προεισαγωγικά ο Δημήτρης Καράμπελας, ορισμένες κριτικές του Παπαγιώργη «αποτελούν μικρές πραγματείες από μόνες τους». Η γλώσσα της κριτικής είναι θεμελιακή τόσο για το ύφος όσο και για το ήθος του κειμένου. Σε μια βιβλιοκρισία δεν κρίνεται μόνο η γραφή του εκάστοτε λογοτέχνη, αλλά και εκείνη του κριτικού. Ο Παπαγιώργης, εξαίρετος δοκιμιογράφος ο ίδιος, προτάσσει τη γλώσσα ως μείζων μέριμνα. Γι’ αυτό απομακρύνεται συνειδητά από τη θεωρία και αντιμετωπίζει το κάθε έργο ως αυθύπαρκτη μονάδα, η αξία της οποίας αποτιμάται σε συνάρτηση με τις γλωσσικές της επιτεύξεις. Ούτε η βιογραφία του συγγραφέα, ούτε η εποχή του, ούτε οι λογοτεχνικοί κανόνες, ούτε κανένα άλλο προεπιλεγμένο κριτήριο, αρκούν για να ερμηνεύσουν ένα βιβλίο. Το αρτιωμένο λογοτέχνημα μετουσιώνεται σε «στοιχείο πνευματικό», που είναι δύσκολο να αναλυθεί. Δεν μπορεί να εξηγηθεί πειστικά η ικανότητα ενός βιβλίου να «αναρριπίζει μαεστρικά νεφρούς και καρδίας». Η λογοτεχνική αξία είναι ένας γρίφος. «Τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται το έκτακτο ουδέποτε το εξηγούν».

«Τι προσδίδει στο έργο την αξία του;». Οσο έντιμη και αν είναι, η κριτική δεν διαθέτει αποδείξεις. Αν όμως διαθέτει πάθος, μπορεί να ανιχνεύει κάτω από την επιφάνεια της μυθοπλασίας τη βαθύτητα των πραγμάτων. Αυτό το βάθος έλκει τον Παπαγιώργη, ο οποίος θαυμάζει τους λογοτέχνες που έχουν «επίγνωση του χαώδους που χάσκει πίσω ή κάτω από οιαδήποτε φράση». Ιδεώδες είναι το λογοτέχνημα που μοιάζει να «γεννήθηκε ως εκ θαύματος και αποτάσσει μυστηριωδώς κάθε πλαίσιο».

Το σημαντικότερο εγχείρημα της λογοτεχνίας συνίσταται για τον Παπαγιώργη στην ανάπλαση της πραγματικότητας. Η λογοτεχνία ως τεχνητό κατασκεύασμα κρίνεται από την τέχνη της κατασκευής της. Καλή λογοτεχνία είναι εκείνη που «δεν μοιάζει με τίποτα γνωστό, έστω κι αν δεν εμπνέεται από το τίποτα». Τον απωθούν βαθιά οι συγγραφείς οι καταχρεωμένοι «στην τράπεζα του κοινού λόγου» και στο «μαγαζί του κοινού νου», ενώ αποθεώνει όσους καταφέρνουν να επινοήσουν μια γλώσσα ολοδική τους. Ο τρόπος της αφήγησης, αυτό είναι το ύψιστο ζητούμενο, η ανάδειξη του άφατου μέσα από την ιδιοτυπία του ύφους. Κανένας έπαινος δεν πλεονάζει για τα έργα που υποβάλλουν ένα αινιγματικό θάμβος. Για παράδειγμα, οι παράφορες δοξολογίες για τη Ζατέλη εστιάζονται στη «θυελλώδη δαιμονικότητα» της γραφής της.

Οταν διαβάζουμε τους άλλους και γράφουμε για αυτούς, αποκαλύπτουμε όψεις της προσωπογραφίας μας. Ο Παπαγιώργης θα μπορούσε κάλλιστα να πει ότι «διαθέτει μια ειδική δεινότητα να αποφεύγει τον εγγράμματο εαυτό του ή να τον επικαλείται με λεπτότητα που αφήνει μια εξαιρετικά θετική εντύπωση». Δεν το κάνει όμως. Προτιμά να μιλήσει για τον Βασίλη Καραποστόλη. Οι πνευματικές συγγένειες ανάμεσα στο λογοτεχνικό έργο και το κριτικό κείμενο μαρτυρούν την κυριολεκτικά προσωπική, από μέθη μέχρι μέθεξη, σχέση του γράφοντος με το αντικείμενο της γραφής του. Η ανάγνωση είναι ένα δαιμόνιο κάτοπτρο.