ΒΙΒΛΙΟ

Χ. Μαρσέ: ένας ανατόμος της μετεμφυλιακής Βαρκελώνης

ch-marse-enas-anatomos-tis-metemfyliakis-varkelonis-2389172

Κάποτε είχε παρατηρήσει πως «η λογοτεχνία είναι να κανονίζεις τους λογαριασμούς σου με τη ζωή». Σε μια άλλη περίπτωση, ένας ήρωάς του, ο Ρίνγκο από την «Καλλιγραφία των ονείρων» (Πατάκης, μτφρ. Γ. Ζακοπούλου) απαντούσε στην κατηγορία ότι οι ιστορίες του ήταν αλλόκοτες, με το πολλαπλώς ερμηνεύσιμο, «κουμάντο κάνει αυτός που αφηγείται». Να συνεχίσουμε λίγο ακόμα; «Η επινόηση μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από την πραγματικότητα, να έχει περισσότερες πιθανότητες να επιζήσει», διάβαζε κανείς στο ίδιο βιβλίο. Κι όμως, ο συγγραφέας του, ο Χουάν Μαρσέ, από τους σπουδαιότερους ισπανόφωνους πεζογράφους του 20ού αιώνα, που την Κυριακή πέθανε σε ηλικία 87 ετών, πίστευε και κάτι ακόμα, όχι ακριβώς αντιφατικό με τα παραπάνω: πίστευε πως «δεν υπάρχει λογοτεχνία χωρίς μνήμη».

Γεννημένος το 1933 στη Βαρκελώνη ως Χουάν Φανέκα Ρόκα, υιοθετημένος από την οικογένεια Μαρσέ επειδή η μητέρα του πέθανε στον τοκετό, ο συγγραφέας, όλο και κάποιες μνήμες θα είχε από τον ισπανικό εμφύλιο και την επικράτηση του Φράνκο. Είναι παραπάνω από εμφανείς στα μυθιστορήματά του (που άρχισε να δημοσιεύει το 1958, με πρώτο το «Encerrados con un solo juguete» και ενώ είχε εργαστεί ως βοηθός χρυσοχόου ή συνεργαστεί με λογοτεχνικά και κινηματογραφικά περιοδικά), ότι η μετεμφυλιακή Βαρκελώνη βρισκόταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Οι άνθρωποί της, επίσης, με τις αγεφύρωτες ταξικές διαφορές τους, που αποτυπώνονταν στον έρωτα του όμορφου αλήτη Μανόλο Ρέγιες και της ευαίσθητης αστής Τερέζα Σεράτ («Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα», Πατάκης, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου), στη συνύπαρξη ενός αστυνόμου και μιας παραδουλεύτρας που καλείται να αναγνωρίσει το πτώμα του βιαστή της («Σεργιάνι στο Γκινάρντο», Πατάκης, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) ή στην ιστορία εκείνου του «κουμανταδόρου» της αφήγησης, του Ρίνγκο, που όσο προσπαθεί να αποδεχτεί τη φτώχεια του, τόσο μαθαίνει να ακούει, να διαβάζει, να γράφει.

Ο Χουάν Μαρσέ έγραφε καταφεύγοντας όχι σε μανιχαϊσμούς, αλλά σε ένα ρεαλισμό ποιητικό που, με τη συμβολή της ειρωνείας και του χιούμορ, εμπλούτιζε την ιστορική πραγματικότητα με τη φαντασία. Οχι γιατί δεν είχε άποψη για τα όριά τους: Καταλανός ο ίδιος, είχε χαρακτηρίσει το δημοψήφισμα του 2017 για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας «ασύμβατο με τη νομοθεσία», με αποτέλεσμα να στιγματιστεί ως «προδότης». Ηταν επίσης ο πρώτος Καταλανός που το 2008 τιμήθηκε με το περίβλεπτο βραβείο Θερβάντες και αφού στο μεταξύ είχε αποσπάσει πλήθος διακρίσεων, όπως το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας για την «Ουρά της σαύρας» (Bell, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου). Αρκετά βιβλία του τέλος, όπως τα «Τελευταία απογεύματα με την Τερέζα» ή «H μαγεία της Σαγκάης» (Μέδουσα-Σέλας, μτφρ. Εφη Γιαννοπούλου) μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο.