ΒΙΒΛΙΟ

Πιο λίγα, αλλά το ίδιο ποιοτικά βιβλία

moma

Τον περασμένο Οκτώβριο ήμασταν από τους τυχερούς όταν περνούσαμε το κατώφλι του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜοΜΑ) μετά τη μεγάλη του ανακαίνιση. To MoMA γιόρταζε τα 90 του χρόνια με μια αισθητική και χωρική αναβάθμιση αλλά και μια μεγάλη στροφή. Το μουσείο «μεγάλωσε» σε έκταση, προστέθηκαν νέες αίθουσες και εργαστήρια, απέκτησε νέους χώρους υποδοχής, εστίασης και ένα καινούργιο κατάστημα με καλαίσθητα είδη δώρων και βιβλία. Το μουσείο όμως δεν άλλαξε μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά.

Οπως μας έλεγε τότε ο διευθυντής του ΜοΜΑ Γκλεν Λάουρι, το μουσείο αποφάσισε να αλλάξει την προσέγγισή του ως προς την παρουσίαση των συλλογών του. Με άλλα λόγια, αυτό σήμαινε περισσότερες γυναίκες καλλιτέχνιδες, περισσότεροι μαύροι καλλιτέχνες και διεύρυνση της γεωγραφικής εκπροσώπησης των καλλιτεχνών, δηλαδή τέχνη που δεν προέρχεται αποκλειστικά από τη Δύση.

Τη νέα προσέγγιση του ΜοΜΑ ακολούθησαν και οι δραστήριες εκδόσεις τέχνης του μουσείου, όπως λέει στην «Κ» ο διευθυντής εκδόσεων Κρίστοφερ Χάντσον. Στον επετειακό κατάλογο «MoMA Now» που εκδόθηκε μετά το μεγάλο άνοιγμα του νέου μουσείου, περίπου το ένα τρίτο των καλλιτεχνών που παρουσιάζονται είναι γυναίκες και το 25% δεν έχουν λευκό χρώμα δέρματος. «Αυτή είναι μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με παλαιότερες παρουσιάσεις», προσθέτει και μας αναφέρει μία σειρά νέων τίτλων που καταδεικνύουν τη γενικότερη αλλαγή προσέγγισης, όπως το βιβλίο «Among Others: Blackness at MoMA» που παρουσιάζει 200 έργα που παρήχθησαν είτε από μαύρους καλλιτέχνες ή με αφορμή διάφορα φυλετικά ζητήματα.

Το βιβλίο, μας λέει ο κ. Χάντσον, «είναι μια εις βάθος διερεύνηση της άνισης ιστορικής μας σχέσης με τους μαύρους καλλιτέχνες, το μαύρο κοινό και το ευρύτερο θέμα της μαύρης κουλτούρας».

pio-liga-alla-to-idio-poiotika-vivlia0
Ο Κρίστοφερ Χάντσον. Φωτ. ΑΡΧΕΙΟ ΜοΜΑ

Οι «Ανοικοδομήσεις»

Το μουσείο εξέδωσε ακόμα έξι βιβλία αφιερωμένα σε έργα γυναικών καλλιτεχνών, όπως των Φέιθ Ρίνγκολντ, Ντορόθεα Λανγκ, Φρίντα Κάλο κ.ά., ενώ τον Φεβρουάριο του 2021 το ΜοΜΑ ετοιμάζει ένα πρότζεκτ με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό, το «Reconstructions» (Ανοικοδομήσεις) που θα εξετάσει τη σχέση αρχιτεκτονικής και ρατσισμού στη μαύρη κοινότητα. «Το πρότζεκτ θα εξετάσει τις αποτυχημένες πολιτικές στην κατοικία, τον δημόσιο χώρο, τα σχολεία, τις φυλακές κ.τ.λ. και τον εγγενή ρατσισμό που κληρονομείται σε αυτές τις δομές και θα παρουσιάσει προτάσεις για την αντιμετώπιση των φυλετικών ανισοτήτων σε αυτούς τους τομείς», μας λέει ο κ. Χάντσον.

Βέβαια αυτό θα γίνει όταν το ΜοΜΑ ανοίξει ξανά, μόλις το επιτρέψουν οι Αρχές της Νέας Υόρκης, με μικρότερο όμως πρόγραμμα εκθέσεων και εκδόσεων. «Πρέπει να αποδεχτούμε την οικονομική πραγματικότητα που μας επέβαλε η επιδημία. Αυτό σημαίνει τη μείωση των δαπανών μας σε ποσοστό περίπου 50%», σημειώνει.

Για το εκδοτικό τμήμα του ΜοΜΑ αυτό μεταφράζεται σε μείωση του εκδοτικού προγράμματος. Από τους 15 τίτλους νέων βιβλίων που είχαν εγκριθεί για το φθινόπωρο θα βγουν μόνο οι έξι. Από τους υπόλοιπους, ορισμένοι θα κυκλοφορήσουν αργότερα μέσα στη χρονιά, ενώ αρκετοί θα τυπωθούν σε μικρότερο μέγεθος.
Την περίοδο της πανδημίας το μουσείο έριξε το βάρος στις διαδικτυακές πωλήσεις του ηλεκτρονικού του καταστήματος αλλά, όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις στην αγορά βιβλίων τέχνης, επιβεβαιώνει ο κ. Χάντσον, οι ηλεκτρονικές πωλήσεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις πωλήσεις των επισκεπτών του μουσείου και των βιβλιοπωλείων.

Σε μια «κανονική» χρονιά το ΜοΜΑ εκδίδει περίπου 20-25 βιβλία. Από αυτά, το 1/3 αφορά τις εκθέσεις του μουσείου, ενώ τα υπόλοιπα παρουσιάζουν πτυχές της σύγχρονης τέχνης που συνδέονται με τις συλλογές και τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του ΜοΜΑ. Τμήμα τους αποτελούν και τα βιβλία για παιδιά που στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μέλισσα. «Ωστόσο, για τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε λιγότερα, μικρότερα, σχετικά πιο οικονομικά βιβλία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η δέσμευση για αυστηρή, ακαδημαϊκή αξιολόγηση, πρέπει να παραμείνει σημαντική».

Αν και το βιβλίο είναι ατομική υπόθεση, φαίνεται πως η απόσταση δεν το ευνοεί. Ο εκδοτικός χώρος και στην Αμερική επηρεάστηκε αρνητικά εξαιτίας του κορωνοϊού, γεγονός που μεταφράζεται με το κλείσιμο εμπορικών χονδρεμπόρων. Ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι ορισμένα βιβλιοπωλεία και εκδότες δεν θα επιβιώσουν από την οικονομική κρίση της πανδημίας αν και ορισμένοι ανεξάρτητοι βιβλιοπώλες τα πήγαν καλύτερα στην αρχή επειδή είχαν δυνατή διαδικτυακή παρουσία και οι κύριοι ανταγωνιστές τους, όπως η Amazon, έδωσαν βάρος στο εμπόριο ιατρικού εξοπλισμού παρά βιβλίων. Η αγορά, μας λέει, παρουσιάζει διαφορετική εικόνα ανάλογα με τον τρόπο που οι χώρες αντιμετώπισαν την πανδημία του κορωνοϊού.

pio-liga-alla-to-idio-poiotika-vivlia1
Βιβλία του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μέλισσα.

Οι μειονότητες

Η επιδημία ανέδειξε εκ νέου, τονίζει, κάτι που θα έπρεπε να είχε ήδη αναγνωριστεί: «Το γεγονός ότι μειονότητες ταλαιπωρούνται δυσανάλογα πολύ εξαιτίας οικονομικών και υγειονομικών ανισοτήτων και ήταν η βαρβαρότητα της δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ μαζί με πράξεις σαδισμού από κάποιους αστυνομικούς, στις πορείες που ακολούθησαν, που άλλαξαν την αντίληψη της κοινής γνώμης».

Κανείς δεν μπορεί πια να ισχυριστεί ότι το πρόβλημα αφορά μεμονωμένα περιστατικά λέει ο Κρίστοφερ Χάντσον και τονίζει ότι αυτή την περίοδο συντελείται μια ριζική αλλαγή στον επιχειρηματικό κόσμο και στον τομέα του πολιτισμού. «Θα είναι μια πρόκληση, ωστόσο, να διασφαλίσουμε ότι ο στόχος παραμένει στην ουσιαστική αλλαγή και δεν θα επιτραπεί στον πρόεδρό μας (σ.σ. Ντόναλντ Τραμπ) και τους υποστηρικτές του να αποσπάσουν την προσοχή των ψηφοφόρων από τις αποτυχίες του, γυρνώντας τη συζήτηση σε ένα νέο πολιτισμικό πόλεμο».

Σε αυτή τη συζήτηση το ΜοΜΑ θα συμμετέχει με τη νέα έκδοση του τόμου «The Innocents», του φωτογραφικού λευκώματος της Ταρίν Σάιμον με εικόνες ανθρώπων που καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν για εγκλήματα που τελικά δεν διέπραξαν.

Η ελευθερία από τη λογοκρισία είναι εκ νέου σημαντική σήμερα

Επειτα από 15 χρόνια στο τιμόνι των εκδόσεων του ΜοΜΑ, ο Κρίστοφερ Χάντσον κλείνει τον κύκλο του στο μουσείο σε λίγες εβδομάδες. Η συνταξιοδότησή του απλώς σημαίνει, μας λέει, ότι θα ρίξει τους ρυθμούς της δουλειάς του αλλά θα παραμείνει στον χώρο των εκδόσεων και θα προσπαθήσει να προωθεί θέματα, όπως τα πνευματικά δικαιώματα και η ελευθερία της έκφρασης μέσω ομιλιών, διαλέξεων και βιβλίων. «Η ελευθερία από τη λογοκρισία είναι εκ νέου σημαντική σήμερα σε μέρη που ποτέ δεν θα πιστεύαμε ότι θα ήταν πρόβλημα», μας λέει και προσθέτει ότι θα συμμετέχει σε μια νέα έκδοση για το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης από την PEN International. Το πάθος του για τις εκδόσεις παραμένει αμείωτο, αν κρίνουμε από την επιθυμία του να ολοκληρώσουμε αυτή τη συνέντευξη αν και ο ίδιος έπρεπε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο (όχι ως κρούσμα κορωνοϊού).

Για το τέλος τον ρωτάμε τι άλλαξε στη σύγχρονη τέχνη στη «βάρδιά» του αυτά τα χρόνια. «Στην αγορά της τέχνης», μας λέει, «έγινε μια μεγάλη στροφή από τους κλασικούς ζωγράφους (Old Masters) στη σύγχρονη τέχνη», γεγονός που διεύρυνε το φάσμα της σύγχρονης τέχνης και το ενδιαφέρον του κοινού. Ο ίδιος, παρατηρεί δύο μεγάλες μεταβολές: την αναγνώριση της τέχνης της περφόρμανς στην οποία συμπεριλαμβάνει την τέχνη στον δημόσιο χώρο και τη συμμετοχική τέχνη αλλά και την παγκοσμιοποίηση της τέχνης. Ο κ. Χάντσον σπεύδει όμως να ξεκαθαρίσει ότι με τον όρο «παγκοσμιοποίηση» δεν εννοεί μόνο την «καθυστερημένη προσοχή» των δυτικών χωρών και συλλεκτών στην τέχνη της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ούτε την ενδυνάμωση της παραδοσιακής τέχνης αυτόχθονων λαών. «Αλλά με τη διατήρηση αυτών των παραδόσεων έχουμε και την αληθινή, διασυνοριακή, ανάμειξη πολιτισμικών παραδόσεων με πολλούς και καινοτόμους τρόπους και αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Ο κόσμος μας είναι διασυνδεδεμένος και διεθνοποιημένος, καλώς ή κακώς, με έναν τρόπο που δεν θα αντιστραφεί από προσωρινούς εθνικισμούς ή την επιδημία. Και για τον κόσμο της τέχνης αυτό είναι κάτι καλό».