ΒΙΒΛΙΟ

Μεταπολιτικός μεταμοντέρνος κόσμος

polis

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι
εκδ. Πόλις, σελ. 182

Ρόλος της κριτικής στον ημερήσιο Τύπο –τον πρώτο που δεξιώνεται τα νέα βιβλία– είναι να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι, τα έργα λογοτεχνικής βαρύτητας από τα κείμενα θορυβωδών συγγραφέων οι οποίοι μονοπωλούν το ενδιαφέρον πλατιού αναγνωστικού κοινού και καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Δεν είναι διόλου λίγοι οι πεζογράφοι χαμηλών τόνων, που με πάθος δουλεύουν για χρόνια προκειμένου να πραγματοποιήσουν αθόρυβα τη σεμνή τους εμφάνιση – η οποία συχνά πνίγεται μέσα στην αδιαφοροποίητη δραστηριότητα της πληθωριστικής εκδοτικής παραγωγής.

Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη παρουσία της με τη διηγηματογραφική συλλογή «Μην ξυπνάς το νερό» (1999), η Αθανασία Δρακοπούλου (γ. 1952) δημοσιεύει μια νέα συλλογή γεμάτη γνώριμους χώρους, οικείους ανθρώπους και βιωματική ζεστασιά. Μεσολάβησαν τρεις ποιητικές συλλογές και η σεναριογραφική και σκηνοθετική δουλειά της. Δεν θυμάμαι καλά το «Μην ξυπνάς το νερό», εκτός από την εντύπωση μιας σοβαρής πεζογραφικής εργασίας. Πρωτοπρόσωπα με δύο εξαιρέσεις, τα εννέα διηγήματα της νέας συλλογής δημιουργούν ποικίλους χαρακτήρες – ένα οκτάχρονο κορίτσι, έναν νεαρό φαρμακοποιό, έναν πανεπιστημιακό καθηγητή, μια φιλοξενούμενη στο Παρίσι, μια δημοσιογράφο, έναν μεσόκοπο εργένη, έναν επιμελητή εκδοτικού οίκου. Η πεζογράφος σαφώς διαθέτει το χάρισμα ανάπλασης πολυάριθμων, εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων και αφηγημα-
τικών φωνών.

Οι χρόνοι στους οποίους παραπέμπει επίσης ποικίλλουν: περιπέτειες σημερινές, μια εξιστόρηση που πάει πίσω στη δεκαετία του ’60, μια ανάκληση του Εμφυλίου, η βιοπάλη προσφυγόπαιδων της Μικρασίας. Η οπτική, ωστόσο, των κειμένων είναι εξ ολοκλήρου τωρινή – κινείται στον ορίζοντα ενός μεταπολιτικού μεταμοντέρνου κόσμου. Η Αριστερά εμφανίζεται χωρίς το σύνηθες φωτοστέφανό της. Υπάρχει αξιοθρήνητη στο καταθλιπτικό σπιτικό της μικρής ηρωίδας, όπου η μετεμφυλιακή ζωή καταπνίγεται μέσα σε μια άγονη αντικαπιταλιστική εμμονή. Υπάρχει και στο πρόσωπο της γοητευτικής γερόντισσας κυρα-Θοδώρας – η οποία, όμως, αφηγείται τις περιπέτειές της με ακατάληπτο τρόπο, καθώς τα απίστευτα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά δεινά δεν βγάζουν πλέον κανένα νόημα. Η δυνατότητα της σημερινής προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο δεν περνάει, άλλωστε, μέσα από την πολιτική και τα κόμματά της, αλλά μέσα από ποικίλες συλλογικότητες φροντίδας αναξιοπαθούντων ατόμων. Βρισκόμαστε, τέλος, σε μια εποχή όπου το ενδεχόμενο τρομοκρατικής ενέργειας στοιχειώνει το φαντασιακό της καθημερινότητάς μας.

Η συγγραφέας συντονίζει την ψυχολογία μας με τους ήρωές της σε τέτοιο βαθμό, ώστε πετυχαίνει να δημιουργεί σασπένς για το τι θα συμβεί παρακάτω σε περιστατικά πολύ συνηθισμένα. Τι ενδιαφέρον έχει η αφήγηση ενός διαλόγου στην ουρά ενός σούπερ μάρκετ, στο σκασιαρχείο μιας μικρής που ονειρεύεται να συναντήσει την εκλεκτή ηθοποιό της, στο συγκρότημα θερινών κατοικιών όπου καταφεύγει ένας μοναχικός αφηγητής, στο στέκι απασχόλησης ανένταχτων ατόμων; Με εξαιρετική οικονομία, έντεχνη υποβολή και σοφό μοντάζ, η συγγραφέας κατορθώνει να δημιουργήσει όχι μόνο τον κόσμο της –που είναι και ο κόσμος μας–, αλλά να εκφράσει και μια άποψη για την υφή και τη σύστασή του.

Κολυμπάμε σε ένα πέλαγος απροσδιοριστίας και ασάφειας, τα πάντα παραμένουν διφορούμενα και μετέωρα, πότε μετακινούνται από τη μια και πότε από την άλλη. Παραμένουμε, έτσι, θλιμμένοι και απορεμένοι – όχι ωστόσο ολοκληρωτικά δυστυχισμένοι. Διότι εντελώς απροσδόκητα φέγγει ολόλαμπρη μια ακτίνα φωτός. Η παρηγορητική παρουσία της φροντίδας, που παίρνει τη μορφή ενός κομματιού ζεματιστής πίτας που μυρίζει βούτυρο. Και ακόμα, η άυλη εμπιστοσύνης που γεννά ένας αδιόρατος κώδικας κινήσεων ανάμεσα σε άτομα που μόλις γνωρίστηκαν.