ΒΙΒΛΙΟ

Σπαρακτικές εξομολογήσεις

exomo

ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ
Πέντε στάσεις
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 75

Ενας σπαρακτικός μονόλογος για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απώλεια των ονείρων και την ατολμία των ρηξικέλευθων αλλαγών εξαιτίας των έμφυλων διακρίσεων που υφίσταται μια γυναίκα είναι ο μονόλογος της Τασούλας, της νέας ηρωίδας του Μάκη Τσίτα στο βιβλίο του «Πέντε στάσεις», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ενα βιβλίο ουσιαστικής αναμέτρησης με τις αποφάσεις ζωής μιας γυναίκας, γραμμένο με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αφηγηματική ευρηματικότητα.

Ο συγγραφέας θέτει εξαρχής έναν βασικό άξονα πάνω στον οποίο θα στηρίξει το θέμα του: ο έρωτας και η απώλεια των προσωπικών μας ονείρων. Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία ενός ανθρώπου όταν κυριαρχηθεί από το πάθος μια συνάντησης. Ή έστω ενός ενθουσιασμού, ενός ενθουσιασμού που θα οδηγήσει μια κοπέλα, την Τασούλα, σε έναν νέο προσδιορισμό ζωής, στον συνειδητό μετεωρισμό ανάμεσα στο καθήκον και στην αυταπάρνηση.

Ολη η καθημερινότητα αυτής της γυναίκας και κατ’ επέκταση η ζωή της θα είναι μια πορεία ανάμεσα στο σπίτι και στη δουλειά, μια διαδρομή πέντε στάσεων στις οποίες αυτό που κυριαρχεί είναι μόνο το «τι θα πει ο κόσμος». Η Τασούλα δεν θα φτάσει ποτέ στο τέρμα αυτής της διαδρομής. Δεν θα κάνει πράξη της ζωής της τον σφαγιασμό των «πρέπει» που της κληροδότησαν οι νοοτροπίες και οι στάσεις ζωής προηγούμενων χρόνων. Και θα μείνει σε έναν απολογισμό καταιγιστικών γεγονότων που τη σημάδεψαν. Ακόμα μία γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο «θέλω» και στο «πρέπει» και παραμένει στερημένη από όσα θα μπορούσε να δημιουργήσει και να απολαύσει. Τυλιγμένη στην επίπλαστη ασφάλεια μιας σιγουριάς που καθημερινά επαναλαμβάνεται και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αμοιβαίας διαφύλαξης και οικογενειακής ευ-πορείας.

Ο Τσίτας υπογράφει ένα κείμενο γεμάτο ευαισθησία που οδηγεί τον αναγνώστη στον στοχασμό χωρίς να γίνεται φλύαρο ή μελοδραματικό. Ο αναγνώστης νιώθει ότι έχει μπροστά του την Τασούλα και την ακούει. Αφουγκράζεται τις πιο μύχιες σκέψεις της, τις λεπταίσθητες διακυμάνσεις του ψυχισμού της και ανατριχιάζει με την αμεσότητα και την ευθύτητα του λόγου της. Με την ύπαρξη της πίκρας που ακόμη και τώρα δεν υπερχειλίζει στα λόγια αυτής της γυναίκας.

Στέκεται όμως επάνω στα χείλη της. Χωρίς να καταφεύγει σε βερμπαλισμούς και λεκτικές ακροβασίες ο συγγραφέας καταθέτει ατόφια τη φωνή της Τασούλας και οδηγεί τη σκέψη του αναγνώστη στα μονοπάτια των προσωπικών της εμπειριών και των αποφάσεών της αφήνοντάς τον εκεί να ακούει τον χειμαρρώδη λόγο της, την ποίηση που συντελείται κυρίως στις σιωπές της. Στις σιωπές και στις ανάσες της, εκεί όπου ο αναγνώστης αναγνωρίζει εκείνο το είδος της γυναίκας που δέχτηκε τον αποχρωματισμό της ζωής της ως καθήκον αυτοθυσίας, μιας γυναίκας που λυπήθηκε πρώτα όλους τους άλλους και σχεδόν ποτέ τον εαυτό της και που εξακολουθεί να υφίσταται τόσο στον επαρχιακό κορμό της χώρας όσο και στον αστικό, ακόμη και στις μέρες μας.

Μια εξαιρετική νουβέλα για την ελευθερία, τη συγχώρεση, τις κοινωνικές συγκυρίες και δεσμεύσεις, αλλά κυρίως για τον χαμένο χρόνο της ζωής.