ΒΙΒΛΙΟ

To κράτος δικαίου και ο κορωνοϊός

shutterstock_1669051054

Δεν υπάρχει καν ανάγκη να περιμένει κανείς τον ιστορικό του μέλλοντος: η εν εξελίξει πανδημική κρίση που συνδέθηκε με την εξάπλωση του ιού SARS-CoV-2 ως factum από αυτά που «κόβ[ουν] τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολών[ουν]»¹ καθόρισε πολλά περισσότερα από το «ύφος» μιας εποχής –της άνοιξης– του 2020. Το έντονο σημειολογικό αποτύπωμα της COVID-19 καθιστά ευεξήγητη την τροφοδοτική λειτουργία και τη γονιμοποιό επενέργεια της παρούσας συγκυρίας στην παραγωγή σκέψης.

Προϊόν αυτής ακριβώς της συνθήκης είναι το πόνημα του καθηγητή Ξενοφώντος Κοντιάδη «Πανδημία, Βιοπολιτική και Δικαιώματα – Ο κόσμος μετά τον COVID-19», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η οργάνωση της ύλης εκτείνεται σε πέντε κεφάλαια που, αντιστοίχως, πραγματεύονται κατ’ αρχάς το νέο βιοπολιτικό παράδειγμα σε συνάρτηση με την έννοια της διακινδύνευσης και το κοινωνικό κράτος πρόληψης (κεφάλαια 1 και 2). Ακολούθως, ο συγγραφέας αποτιμά κριτικά τους περιορισμούς που υπέστη το κανονιστικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων και τις μεθόδους στάθμισης με αναφορά πρωτίστως, στο μείζον δικαίωμα της υγείας (κεφάλαιο 3). Ο αντίκτυπος των μέτρων επιτήρησης ειδικότερα, στο πεδίο της ιδιωτικότητας (κεφάλαιο 4) και η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων (κεφάλαιο 5) είναι τα επόμενα μεγάλα ζητήματα που επιλέγει να αναδείξει ο συγγραφέας, στις δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου του.    

Η αξία των πρώιμων επιστημονικών τεκμηρίων, όπως το ευσύνοπτο, αλλά συμπεριληπτικό δοκίμιο του Κοντιάδη, έγκειται κυρίως, στο γεγονός ότι εισφέρουν χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση της ρευστής και υπό διαμόρφωση εκδοχής της ζωής. Πολλώ δε μάλλον, όταν πρόκειται για παρόν ανεξερεύνητο, σχεδόν αχαρτογράφητο, μηδενικής προβλεψιμότητας, εντός του οποίου κυριαρχούν ο φόβος, η ανασφάλεια, και ο ισχυρός κλονισμός κάθε βεβαιότητας. Οσο κι αν στο παραδοτέο λανθάνει ο εγγενής κίνδυνος της αποσπασματικότητας, κάθε απόπειρα συγκροτημένου επιστημονικού λόγου συμβάλλει στη διαχείριση και την ορθοτόμηση της άρρητης, πλην όμως, απειλητικά παρούσας νέας συνθήκης. 

Εντός αυτής της προοπτικής, το πρόδρομο εγχείρημα του καθηγητή Κοντιάδη αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς καταγράφει, αναλύει, ερμηνεύει, στο πλαίσιο του σύγχρονου κράτους δικαίου, τα δεδομένα που ανεπίστρεπτα επέβαλε η εξάπλωση της πανδημίας. Ολα αυτά μάλιστα, τα επιχειρεί διευρύνοντας αισθητά το πεδίο αναφοράς της συνταγματικής επιστήμης και διασυνδέοντας τις έννοιές της με ευρύτερα διακυβεύματα: βιοπολιτική, μεταδημοκρατία, κοινωνία της διακινδύνευσης, κράτος πρόληψης – μερικά μόνο από αυτά. Διατρέχοντας τη σκέψη διανοητών, όπως ενδεικτικά οι Φουκό, Μπεκ, Χομπς, Κονδύλης, Aγκάμπεν, Ταγκιέφ και ενδημώντας στις παρατηρήσεις τους, ο συγγραφέας καταργεί εν τοις πράγμασι, την κλειστοφοβική και παρωχημένη αντίληψη περί επιστημονικών στεγανών. Η πανδημία θέτει με αξιωματικούς όρους την ανάγκη ώσμωσης διακριτών, επιστημονικών πεδίων και διαλεκτικής συνύπαρξής τους, μακριά από μονοθεματικές και αφυδατωμένες προσεγγίσεις. Η συνθετότητα του φαινομένου per se δεν επιτρέπει την πολυτέλεια επιστημονικών μονολόγων· τουναντίον, επιβάλλει τη διακειμενικότητα των αναφορών.

Τον Κοντιάδη τον απασχολούν ειδικότερα οι αντοχές του κράτους δικαίου ενόψει της εξαιρετικής συνθήκης που συνιστά η πανδημία· δείγματος χάριν, η ιεράρχηση των δικαιωμάτων, η αναλογικότητα ως κριτήριο περιορισμού τους, ο επανακαθορισμός της ιδιωτικότητας και η επαπειλούμενη εκδοχή του πανοπτικού κράτους ως προληπτικού εγγυητή για την αποτροπή κινδύνων που συνδέονται με τη διασπορά της νόσου. Το factum brutum² της ενσκήψασας πανδημίας δε συνιστά άνευ ετέρου, κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τη νομιμοποίηση κάθε περιορισμού που επιβάλλεται στα δικαιώματα. Ο συγγραφέας θυμίζει επίμονα ότι ζητούμενο παραμένει η στάθμιση αλλά και η επίτευξη σημείων ισορροπίας, μακριά από απλουστεύσεις και επικίνδυνους μανιχαϊσμούς.

Οι καταστροφικές συνέπειες των παντοειδών λαϊκισμών –που ενίοτε γειτνιάζουν με τον κοινωνικό δαρβινισμό– και η αμετροεπής ρητορική των εθελότυφλων εκφραστών τους –Τραμπ, Τζόνσον, Μπολσονάρο, Ορμπαν, κ.ο.κ.– θα είναι πάντα εδώ για να θυμίζουν τις εκατόμβες των νεκρών που επισώρευσε η αδυναμία έγκαιρης ταυτοποίησης του κινδύνου και ανάσχεσης της πανδημικής διασποράς. Ο συγγραφέας περαιτέρω, δεν υπεκφεύγει καθόλου ως προς τα ελλείμματα και τις εσωτερικές ασυμμετρίες που η υγειονομική κρίση ανέδειξε σε σχέση με τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα του πάλαι ποτέ πολλά υποσχόμενου ευρωπαϊκού εγχειρήματος.        

Είναι γεγονός ότι στο παρόν δοκίμιο, ο Κοντιάδης γράφει για την πανδημία. Ομως, τελικά, η πανδημία μοιάζει στο κείμενό του, να εξελίσσεται σε αφορμή για συνολικότερο αναστοχασμό: επανακαθορισμός δημόσιου και ιδιωτικού πεδίου, τεχνοκρατικός λόγος έναντι πολιτικής, επείγουσα ανάγκη ανανοηματοδότησης των δημόσιων πολιτικών, προβληματισμός για τη νέα σημειολογία όρων, όπως «πειθαρχική κοινωνία» και «πειθαρχικό υποκείμενο» και άλλα πολλά.

Εχει ιδιαίτερη αξία τόσο η ταχύτητα, όσο και η ετοιμότητα, με τις οποίες ο συγγραφέας παρενέβη στη δημόσια συζήτηση: πρωτίστως, ως αντίδοτο στην παραλυτική επενέργεια του φόβου «για την κατάρρευση – της φύσης, του κορμιού, του κόσμου». Οταν η πραγματικότητα επιβεβαιώνει την ποιητική δυστοπία, κατά την οποία «ένα είναι το πάθος· ο φόβος» που ήρθε και «σάρωσε όλα τα πάθη»³, τότε η μόνη αντανακλαστική διέξοδος –σχεδόν ενστικτώδης αντίδραση– είναι η καταφυγή στην επίμονη και τεκμηριωμένη γνώση. Προς αυτή την κατεύθυνση, η συνεισφορά του καθηγητή Ξενοφώντος Κοντιάδη είναι αυταπόδεικτη.

1. Γιώργος Σεφέρης, «Το ύφος μιας μέρας», Στροφή, Ποιήματα, Αθήνα, Ικαρος, 1982, 14η έκδ., σελ. 17-18.

2. Βλ. στο παρόν βιβλίο, σελ. 27, με αναφορά στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, «Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο», Αθήνα, Θεμέλιο, 1992, σελ. 64. 

3. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Φόβος, το νέο πάθος», Η ανορεξία της ύπαρξης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2011, σελ. 11-12.

* Η δρ Αικατερίνη Π​απανικολάου είναι δικηγόρος, μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.