ΒΙΒΛΙΟ

Οταν η ψυχή δίνει νόημα στη στιγμή

capture--19

ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ
Πλάνητες
μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου
εκδ. Καστανιώτη

otan-i-psychi-dinei-noima-sti-stigmi0
Οι «Πλάνητες» κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Στο μυθιστόρημα «Πλάνητες» της Πολωνής Ολγκα Τοκάρτσουκ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018) οι εκκεντρικές ιστορίες των χαρακτήρων της μυθοπλασίας της, όπως και κάποιων διακεκριμένων ανατόμων, συνθέτουν ιδέες πάνω στην εμπειρία του ταξιδιού. Αν το ταξίδι βρίσκεται σε παραλληλία με τη ζωή, τότε το ανθρώπινο σώμα είναι ο χάρτης και ο προσανατολισμός.

Η συγγραφέας παρουσιάζει τη θεωρία της «ταξιδιωτικής ψυχολογίας», ένα εγχειρίδιο πρακτικής τοπογραφικής ψυχανάλυσης: η αξία του ταξιδιού επικεντρώνεται στον προορισμό, στην ουσιαστική σημασία του τόπου που κάποιος έχει επιλέξει να φτάσει. Οι ψυχολογικές αλλαγές του ατόμου καθορίζονται από την κίνηση ή την παύση στον χώρο και η αποκωδικοποίηση του Itinerarium –της προσωπικής διαδρομής ενός ταξιδιώτη– βασίζεται στη φράση «γίνομαι αυτό στο οποίο μετέχω. Είμαι αυτό που παρατηρώ».

Δύο χαρακτηριστικές ιστορίες της Τοκάρτσουκ δείχνουν το πώς οι ήρωες συμμετέχουν ή απέχουν ψυχολογικά από το ιδιαίτερο νόημα μιας φαινομενικά τυχαίας περιπλάνησης. Πώς θα ξεφύγουν από τη στενή αντίληψη του «εγώ», ώστε να μεταλλαχθούν μέσα από ένα γνωστικό βίωμα;

Η Ανουσκα ζει με τον άνδρα της στη Μόσχα. Φροντίζει τον εκ γενετής ανάπηρο γιο της καθημερινά, δίνοντάς του τα κατάλληλα φάρμακα για να σταματούν οι φρικτοί του πόνοι. Μία φορά την εβδομάδα παίρνει ρεπό από το καθήκον της, την αντικαθιστά η γιαγιά του μικρού, η πεθερά της.

Διανύει μια διαδρομή που περιλαμβάνει μετακίνηση μέσα στο πολυπληθές μοσχοβίτικο μετρό προς έναν ναό όπου μπορεί να προσευχηθεί και να κλάψει ήσυχα. Η συνήθης γωνιά της εντός του οίκου του Θεού έχει καταληφθεί από επισκέπτες έτσι ώστε να αποκλείει την προσωπική της εκτόνωση από τη θλίψη που προκαλεί το βασανισμένο παιδί της. Κάτι την οδηγεί στην τρελή, ηλικιωμένη γυναίκα που φωνάζει κατάρες στο μετρό. Μοιάζει με μούμια καθώς πανιά καλύπτουν το πρόσωπό της.

Η Ανουσκα δεν θα γυρίσει σπίτι της εκείνη τη νύχτα. Θα παρατηρήσει από κοντά τη ζωή της ανέστιας μούμιας-πλάνητος, η οποία διακηρύττει ότι το σώμα εν κινήσει είναι ιερό, διότι βρίσκεται σε εναντίωση με οποιοδήποτε σύστημα και εξουσία φοβίζει και καθηλώνει τον άνθρωπο. Για λίγες ημέρες, η Ανουσκα θα γίνει κι αυτή γυναίκα-πλάνης, προσπερνώντας λυτρωτικά την παγιωμένη της λύπη.

Στη δεύτερη ιστορία, η σύζυγος του Κουνίτσκι εξαφανίζεται μαζί με τον μικρό τους γιο κοντά σε εξοχικό δρόμο σε ένα νησί της Κροατίας, όπου έχουν βρεθεί για διακοπές. Οι Αρχές ψάχνουν τους εξαφανισμένους στην ενδοχώρα και στις ακτές του νησιού. Υψώνουν ελικόπτερο. Δεν τους βρίσκουν πουθενά. Ο Κουνίτσκι απελπίζεται. Πίνει αλκοόλ, κοιμάται βαθιά. Αρχίζει να αισθάνεται περίεργα για τη σχέση με τη γυναίκα του. Αδειάζει και παρατηρεί προσεκτικά τα περιεχόμενα της τσάντας της. Πόσο καλά τη γνωρίζει;

Η Τοκάρτσουκ σταματά ξαφνικά την αφήγηση της ιστορίας του Κουνίτσκι στην Κροατία. Τη συνεχίζει πολύ αργότερα, τώρα πια ο τόπος είναι η Πολωνία. Η γυναίκα και ο γιος τού Κουνίτσκι έχουν επανεμφανιστεί μυστηριωδώς. Ο Κουνίτσκι αδυνατεί να πιστέψει στη σύντομη περιπέτειά τους ότι διέμειναν σε μια καλύβα και ήπιαν θαλασσινό νερό, κατά τα λεγόμενα της γυναίκας του. Την κοιτάζει και τη βρίσκει αλλαγμένη. Του γίνεται εμμονή. Πηγαίνει τον γιο του σε παιδοψυχολόγο μήπως το αγοράκι αποκαλύψει κάτι άλλο, που θα οδηγήσει στην αλήθεια. Το μυστήριο της εξαφάνισής τους έχει στοιχειώσει τον ίδιο, όχι το παιδί. Ο Κουνίτσκι έχει αποτύχει στο να μετάσχει στην ιερότητα μιας λοξοδρόμησης, μιας περιπλάνησης πέρα από τα γνωστά δεδομένα.

Στη διάλεξή της «Ο τρυφερός αφηγητής» (επίμετρο), η Τοκάρτσουκ αναφέρει κρυφούς αρμούς ή χαμένους δεσμούς σε έναν κόσμο φαινομενικά αποσπασματικό και τυχαίο. Ενας ικανός αφηγητής μπορεί «να συνενώνει τα θραύσματα σε ένα και μοναδικό σχέδιο και να ανακαλύπτει ολόκληρους αστερισμούς στα μικρά συστατικά στοιχεία των γεγονότων. Το να πει κανείς μια ιστορία που ξεκαθαρίζει πως όλοι και τα πάντα είναι εμποτισμένα σε μια κοινή ιδέα, την οποία παράγουμε στο μυαλό μας επιμελώς με κάθε περιστροφή του πλανήτη».

Ο περιπλανώμενος φτερωτός θεός Καιρός εμφανίζεται σε μία από τις ιστορίες στους «Πλάνητες». Κάνει ασταμάτητες περιφορές γύρω από τη Γη. Και όποιος θέλει να τον βρει τον τραβάει από τη μακριά του κόμη. Η εικόνα αυτή συμβολίζει τον χρόνο που τρέχει και σταματά μόνον όταν η ψυχή θελήσει να δώσει νόημα στη στιγμή.