ΒΙΒΛΙΟ

Αθώος Σμιθ, ο «άνεμος» που καταφθάνει…

vi

ΤΖ. Κ. ΤΣΕΣΤΕΡΤΟΝ
Man Alive
μτφρ. Βασίλης Κοντόπουλος
εκδ. Αστάρτη, σελ. 266

«Ενας άνεμος ξεχύθηκε από τη Δύση και σαν κύμα ανεξήγητης ευφορίας εφόρμησε ανατολικά μέσα από την Αγγλία. Σέρνοντας πίσω του την παγωμένη μυρωδιά των δασών και την ψυχρή μέθη της θάλασσας τρύπωσε σε εκατομμύρια φτωχικές φωλιές ξεδιψώντας τους ανθρώπους, όπως μια κανάτα ξέχειλη με νερό, και ξαφνιάζοντάς τους όπως η αστραπή. Με πάταγο έπεσε πάνω στις κάμαρες των περίτεχνων και σκεπασμένων με αναρριχητικά φυτά οικιών, γεμίζοντας το δάπεδο με τα πολύτιμα έγγραφα κάποιου προφέσορα, έτσι που να μοιάζουν ξεθωριασμένα κι εφήμερα […] Ομως παντού στο διάβα του αφύπνιζε τους αδρανείς, μεταφέροντας το τελευταίο θα ’λεγες σάλπισμα πριν την ημέρα της Κρίσης».

Ο ήρωας του βιβλίου, που κυκλοφόρησε το 1912, φέρει το όνομα Αθώος Σμιθ (Innocent Smith) και είναι ο «άνεμος» που καταφθάνει. Ενας χαρακτήρας μάλλον όπως ήθελε ο συγγραφέας να σκέφτεται ότι ήταν ο δικός του: Αγνός και κοινός, όπως το όνομα Σμιθ, είναι φορέας μιας γνώσης που δεν μπορεί να αγγίξει ο κυνισμός, ένας άνθρωπος που τηρεί τις εντολές και παραβιάζει τις συμβάσεις. Ο δημιουργός του Innocent, που αγαπούσε τόσο τις παραβολές, τις παρομοιώσεις, τον επιθετικό δημοσιογραφικό λόγο, το παράδοξο και το συντηρητικό στις ρητορικές του εκφάνσεις, την παράδοση και την ανανέωση ταυτόχρονα, περιβάλλει τον ήρωα από ανθρώπους που φέρουν τις ιδιότητες εκείνες στις οποίες ο Τσέστερτον λάτρευε να επιτίθεται –επιστήμονες, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς, γυναίκες– δημιουργώντας, στην πραγματική ζωή, μια αλυσίδα αναταράξεων, εκπεφρασμένων κυρίως γραπτώς με δημόσιες επιστολές από και προς.

To γυναικείο κίνημα

Στις 25 Ιουλίου του 1913, σε μια επιστολή προς την εφημερίδα Daily Herald, κύριος αρθρογράφος της οποίας ήταν ο συγγραφέας, η Alice Kinmont απαντάει στις επιθέσεις του Τσέστερτον απέναντι στο γυναικείο κίνημα που ζητάει δικαίωμα ψήφου (σουφραζέτες) με ένα κείμενο υπό τον τίτλο: «Ο κ. Τσέστερτον είναι ερωτευμένος!» και, πλησιάζοντας κάπως το ύφος της στο δικό του, γράφει: «Αυτό είναι το απλό γεγονός που προκύπτει ως αποτέλεσμα όλων των αναρωτήσεών του για τη γυναίκα. Δεν είναι ερωτευμένος με μια σύγχρονη γυναίκα, αλλά με μια κυρία από καιρό νεκρή. Η καρδιά και το μυαλό του είναι γεμάτα με την εικόνα ΑΥΤΗΣ της κυρίας, ενός εντυπωσιακού ατόμου με άκαμπτα πλούσια ρούχα, μιας κυρίας με αναγνωρισμένη θέση σε μια αναγνωρισμένη σφαίρα καθηκόντων. Τη συγκρίνει με σύγχρονες γυναίκες, τις γυναίκες που στοιβάζονται στα εργοστάσια. Γιατί αυτές οι χλωμές, καταπονημένες γυναίκες κατοικούν στον ίδιο κόσμο που ΑΥΤΗ κατοίκησε και γέμισε με χάρη, χρώμα και ομορφιά; Γιατί θα έπρεπε ΑΥΤΕΣ να βιάζονται, να τρέχουν και να παραπατάνε όταν ΑΥΤΗ βρήκε τον χρόνο να περπατά με αυτόν τον εντυπωσιακό και ταυτόχρονα χαλαρό τρόπο; Γιατί πρέπει να διαφωνούν και να έχουν άποψη για το σωστό και το λάθος όταν ΑΥΤΗ ήταν ευχαριστημένη να κυριαρχεί μέσω της επιρροής που ασκούσε εντός του οίκου της και επί του ανδρός της; Ο κ. Τσέστερτον νιώθει δυσαρεστημένος, πικραμένος, σχεδόν μισεί.

athoos-smith-o-anemos-poy-katafthanei0
Το μυθιστόρημα του Τζ. Κ. Τσέστερτον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αστάρτη.

»Δεν παρατηρεί ότι στα χρόνια που πέρασαν από τότε που πέθανε η “κυρία του”, ο άντρας έχει χάσει επίσης τον τρόπο ζωής του και έχει γίνει ένα απλό, άσχημο, αξιολύπητο πράγμα που βιάζεται και τρέχει από και προς την καθημερινή του εργασία. Δεν βλέπει ότι η βιασύνη της γυναίκας στο εργοστάσιο δεν είναι παρά η φυσική συνέχεια της βιασύνης του άνδρα προς τα εκεί, ότι η ίδια οικονομική αναγκαιότητα που ανάγκασε τους πολυάριθμους μικρούς εμπόρους και βιοτέχνες να γίνουν εργατικά χέρια στα εργοστάσια είναι αυτό που αναγκάζει τις γυναίκες να πάνε κι αυτές εκεί. Οτι ακριβώς όπως το μεγάλο εργοστάσιο παπουτσιών και υποδημάτων κατέστρεψε τα καταστήματα των μικρών κατασκευαστών παπουτσιών και τζαμιών, έτσι και το εργοστάσιο μαρμελάδας και το εργοστάσιο παρασκευής μπέικον και το εργοστάσιο ενδυμάτων κατέστρεψαν το σπίτι της γυναίκας. […] Αυτό που ο κύριος Τσέστερτον αποκαλεί “σαματά” (fuss) όταν αναφέρεται στο δικαίωμα ψήφου (suffrage), θα σταματήσει αύριο κιόλας εάν οι άνδρες δώσουν αυτό το δικαίωμα στις γυναίκες. Εάν, όπως λέει ο κύριος Τσέστερτον, αυτός ο σαματάς είναι αντιδημοκρατικός, αυτοί που είναι πραγματικά υπεύθυνοι και τον προκαλούν είναι εχθροί όλων των δημοκρατών. Οχι, δεν μπορούμε να δεχθούμε τον κ. Τσέστερτον ως νέο Πάπα και αρνούμαστε να δώσουμε στις προκαταλήψεις του την εξουσία του Αλάθητου».

Eνας επικίνδυνος διαλεκτικός

Ψηλός, καλοφαγάς και γερός πότης, ευφυής, αγνωστικιστής σχεδόν μέχρι τον γάμο του με τη Φράνσις Μπλογκ που έζησε στη σκιά του, ο Τσέστερτον μεταστράφηκε στον καθολικισμό «όχι από φιλοσοφικά κίνητρα: αυτό που που άρεσε, αντιθέτως, στο μήνυμα της εκκλησίας ήταν ο σκανδαλώδης χαρακτήρας της για την ανθρώπινη σοφία. Παθιάστηκε βλέποντας την αποκάλυψη να γελοιοποιεί την επιστήμη και να προκαλεί τη λογική. Αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι ο ίδιος ένας επικίνδυνος διαλεκτικός: προσπάθησε να προσδώσει στον χριστιανισμό απροσδόκητες αποδείξεις, που ήξερε καλά –με τη διάνοια του δημοσιογράφου πολύ περισσότερο από του συγγραφέα– ότι θα στιγμάτιζαν τη φαντασία του λαϊκού ανθρώπου», υποστηρίζει ο Louis Gaudran στο La Republique des Lettres το 2000. Αυτό το «απροσδόκητο» ακολουθούσε πειστικά, σε όλα τα πεδία της πολυσχιδούς ενασχόλησής του. Ακόμα και –ή κυρίως– στη δημοσιογραφία. Πληθωρικός στις ιδέες και στις αντιδράσεις του, πολυγραφότατος και προκλητικός, του άρεσε να ξεσηκώνει –από ένα αεράκι έως θύελλες– με τις απόψεις του.

athoos-smith-o-anemos-poy-katafthanei1
Οι σουφραζέτες που αγωνίζονταν για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες είχαν δημοσίως στηλιτεύσει τις οπισθοδρομικές απόψεις του Τσέστερτον για το θέμα. Φωτ. SHUTTERSTOCK

«Ο δημοσιογράφος είναι μια αποτυχία όταν παριστάνει τον δικαστή»

Κάτω από τίτλους όπως «Ο σνομπισμός των δημοσιογράφων», «Η τυραννία της κακής δημοσιογραφίας», «Η ανύπαρκτη σχέση των δημοσιογράφων με την πραγματικότητα», ο Τσέστερτον «βρυχάται», από τη θέση του εξαιρετικά ταλαντούχου δημοσιογράφου, απέναντι στα ΜΜΕ, κρατώντας ενίοτε, έστω και στην τελευταία αράδα, μια καλή κουβέντα για τους συναδέλφους του αλλά ποτέ για τους ιδιοκτήτες. Το 1913 γράφει στην Daily Herald: «Οι δημοσιογράφοι έχουν αποτύχει εντελώς ως προς τη χρησιμότητά τους, ακόμα και στα βασικά. Περιττό να πούμε ότι [ο δημοσιογράφος] είναι μια αποτυχία όταν παριστάνει τον δικαστή ή το δικαστήριο. Είναι μια αποτυχία ακόμα και ως δημαγωγός. Είναι αποτυχία και ως κατάσκοπος και ως εξερευνητής σκανδάλων. Είναι μια αποτυχία ακόμα και ως δειλός κομιστής μιας είδησης. Δεν φέρνει ειδήσεις: δεν ξέρει τις ειδήσεις. Δεν μπορεί να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση όταν αυτή διατυπωθεί σωστά. Δεν λέω, βέβαια, ότι οι δημοσιογράφοι δεν με βοηθούν να μάθω κάποια πράγματα νωρίτερα απ’ όσο θα τα είχα ακούσει με διάφορους άλλους τρόπους. Λέω, όμως, ότι η πρωταρχική σκέψη τους είναι μάλλον να καθυστερήσουν επιλέγοντας τις ειδήσεις που θα μεταφέρουν παρά να βιαστούν για να τις μεταδώσουν. Αυτό που επιτυγχάνεται με αυτόν το μηχανισμό δεν είναι ότι θα μάθω ένα γεγονός νωρίς αύριο το πρωί, αλλά ότι δεν θα μάθω για άλλα πέντε γεγονότα μέχρι την επόμενη εβδομάδα και δεν θα μάθω απολύτως τίποτα για άλλα δεκαπέντε. Αλλά πέρα απ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ: Δεν είναι μόνον ότι οι δημοσιογράφοι κρύβουν την αλήθεια αλλά και ότι η αλήθεια κρύβεται, σε μεγάλο βαθμό, από αυτούς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, ακόμη και σε αυτήν την άθλια κατάσταση του σύγχρονου Τύπου, οι συντάκτες εφημερίδων εξακολουθούν να είναι καλύτεροι από τους ιδιοκτήτες».

Ωστόσο, οι συνάδελφοί του δημοσιογράφοι ή, καλύτερα, «ο Δημοσιογράφος», δεν απομακρύνονται ποτέ από το επίκεντρο των ενδιαφερόντων του για αρνητικό σχολιασμό. Το 1914 σχολιάζει στο British Review υπό τον τίτλο «Η σιωπή των δημοσιογράφων»: «Μπορεί κάποιος αγορεύοντας να παραμένει διανοητικά σιωπηλός. Ο κύριος στόχος του είναι να κάνει τους ανθρώπους να αγνοούν ή να αγνοήσουν κάποια πράγματα, και αυτός ακριβώς είναι ο στόχος των μοντέρνων εφημερίδων. Εννοώ ότι ο αντικειμενικός σκοπός είναι η επιβολή της άγνοιας στους ανθρώπους. Της άγνοιας για κάτι σημαντικό, ενώ την ίδια στιγμή ενημερώνονται για πράγματα ανάξια λόγου, γελοία. Το κουνέλι βγαίνει από το καπέλο επειδή κοιτάμε το καπέλο και όχι τα χέρια του ταχυδακτυλουργού. Ο μάγος-ομιλητής δεν λέει τίποτα αν και μιλάει συνεχώς. Αυτή ακριβώς η περιγραφή ταιριάζει γάντι στον σύγχρονο δημοσιογράφο».

Συγγραφική δύναμη

Στο μεταξύ, ο Τζ. Κ. Τσέστερτον είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις που ο, σημερινός, κατακαημένος δημοσιογράφος θα προτιμούσε να αναφέρει έναν κατάλογο πηγών που αναφέρονται στο έργο του και να αφήσει τον αναγνώστη να τα βγάλει πέρα μόνος του στα συμπεράσματα και στις ερμηνείες. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από αυτό που θα έκανε ο κύριος Τσέστερτον ο οποίος, με ό,τι οι διαφωνούντες μπορούν να του προσάψουν, είχε τη συγγραφική δύναμη και το ταλέντο για να αναδειχθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες της σύγχρονης Αγγλίας.